korinthia.net
Βυθός

Ο Κορινθιακός κόλπος ανήκει στις κλειστές θάλασσες, έχει δύο ανοίγματα όπου μπορεί να ανακυκλώνει τα νερά του όπου αυτό γίνεται ακολουθώντας τη διαδικασία της κίνησης της σελήνης όπως στον Εύριπο (Χαλκίδα). Καθότι βρισκόμαστε στην εύκρατη περιοχή θα έπρεπε η θερμοκρασία του νερού να κυμαίνεται από 7οC έως 24οC το καλοκαίρι στην επιφάνεια της θάλασσας, όπου συνεπάγεται ανάπτυξη ευρίθερμων ζώων. Από το μήνα Δεκέμβριο έως και το Μάιο έχουμε τις χαμηλότερες θερμοκρασίες. Ενώ από τους μήνες Ιούνιο έως τον Νοέμβριο έχουμε τις υψηλότερες θερμοκρασίες.
Τα τελευταία χρόνια λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου παρατηρείται μια αύξηση γύρω στους 4-5οC. Ένας άλλος λόγος που συνέβαλε στην αύξηση της θερμοκρασίας του νερού είναι η μη εισροή νερού σε μεγάλες ποσότητες από ποτάμια και βροχοπτώσεις, λόγω της ξηρασίας των τελευταίων χρόνων. Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται στον Κορινθιακό κόλπο πανίδα που συνήθως συναντούμε σε τροπικές περιοχές (όπως γουρουνόψαρα). Η πανίδα αυτή μεταφέρεται στον κόλπο μέσω των υφάλων των πλοίων και των ρευμάτων του Ισθμού και καταφέρνει να επιβιώσει και να πολλαπλασιαστεί χάρη στις υψηλές θερμοκρασίες. Έτσι λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας παρατηρούμε αφθονία χλωρίδας και πανίδας
Λόγω της σεισμικότητας που παρουσιάζει η περιοχή παρατηρούμε υπόγειες πηγές, όπως αυτή ανοιχτά στο Μελίσσι. Από τη μελέτη που έκανα η πηγή βρίσκεται σε βάθος 42 μέτρων και αναβλύζει θερμό γλυκό νερό. Υπάρχουν επίσης και άλλα συμπλέγματα από πηγές τα οποία είναι αναξιοποίητα. Στα βόρεια του κόλπου παρατηρούμε καταβόθρες οι οποίες απορροφούν τα νερά. Είναι και αυτός ένας τρόπος ανακύκλωσης του νερού.

Άλλη πηγή εισρροής νερού στον κόλπο είναι τα ποτάμια, και δεν αναφερόμαστε μόνο σε αυτά που βρίσκονται στις αραιοκατοικημένες περιοχές, όσο σε αυτά που διαρρέουν τις πυκνοκατοικημένες περιοχές.
Λίγα μέτρα πιο κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας αρχίζει ο πραγματικός παράδεισος του Κορινθιακού, όπου η χλωρίδα με την ιδιαίτερη ομορφιά της έρχεται να συμπληρώσει μια τροφική αλυσίδα με τους ποικιλόμορφους κρίκους πανίδας σ' ένα ταξίδεμα ζωής γεμάτης μεγαλείο που πολύ λίγοι δυστυχώς γνωρίζουν και απολαμβάνουν.

Από την πλευρά της Στερεάς Ελλάδας ο βυθός είναι βραχώδης με αποτέλεσμα να έχουμε καλή ορατότητα και παράλληλα ανάπτυξη χλωρίδας και συνεπώς ανάπτυξη πανίδας. Από την πλευρά της Πελοποννήσου η υφή του βυθού είναι αμμώδης και κατά το πλείστον λασπώδης. Για το λόγο αυτό δεν μπορεί να αναπτυχθεί η χλωρίδα στο βαθμό που θα μπορούσε να διατηρήσει μια μόνιμη πανίδα. Έτσι στην περιοχή αυτή έχουμε πληθυσμούς μετακινούμενους ή εποχιακούς. Στη μέση περίπου του Κορινθιακού υπάρχουν δύο μεγάλα επιφανειακά ρεύματα που μεταφέρουν διάφορα είδη ψαριών όπως ξιφίες, τόνους, παλαμίδες, δελφίνια και άλλα. Η ταχύτητα των ρευμάτων στον Ισθμό της Κορίνθου φθάνει τους 2,5 κόμβους, με αποκορύφωμα τους 3 κόμβους σε περίπτωση που πνέουν άνεμοι ίδιας διευθύνσεως. Η παλιρροιακή μορφή των ρευμάτων οφείλεται στη διαφορά στάθμης μεταξύ του Κορινθιακού και Σαρωνικού κόλπου.
Έχει παρατηρηθεί, τα τελευταία 8 έτη, ότι ο Κορινθιακός κόλπος φιλοξενεί 4 κοπάδια δελφινιών, των οποίων το παιχνίδισμα μπορεί ο καθένας να απολαύσει, αφού αφιερώσει κάποιο χρόνο προκειμένου να προσαρμοσθεί.