korinthia.net
Φρούρια
Η οχύρωση πόλεων και διαβάσεων στην Κορινθία θεωρήθηκε αναγκαία σε όλο το διάστημα της μακραίωνης ιστορίας της. Έτσι έχουμε φρούρια και οχυρωματικά έργα από την αρχαιότητα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν αδιαλείπτως μέχρι το μεσαίωνα. Λόγω της διαρκούς χρήσης τους υπέστησαν προσθήκες και αναδομήσεις ενώ χτίστηκαν και νέα για την καλύτερη προστασία της ευρύτερης περιοχής.
Η πόλη της Κορίνθου λόγω της καίριας γεωγραφικής της θέσης στον ελλαδικό χώρο, αφού βρίσκεται στην πύλη τη μοναδικής χερσαίας εισόδου για την Πελοπόννησο, οχυρώθηκε πολύ νωρίς και έγινε το κέντρο ελέγχου όλων των διαβάσεων για την Αργολίδα, την Αρκαδία και την Αχαΐα.
Τα βορειανατολικά όρια του σημερινού νομού κάλυπταν από την αρχαιότητα δύο φρούρια: της Οινόης (σημ. Σχίνος) και του αρχαίου Πείραιου, του οποίου η θέση αποκαθιστούσε την οπτική σύνδεση της ευρύτερης περιοχής με τον Ακροκόρινθο. Παράλληλα, κατά μήκος του Ισθμού αναπτυσσόταν το περίφημο Εξαμίλιο τείχος, το οποίο πρωτοανεγέρθηκε στα ύστερα Μυκηναϊκά χρόνια, ενισχύθηκε κατά την εποχή των Περσικών πολέμων, ανεγέρθηκε εκ νέου κατά την εποχή των Γαλατικών επιδρομών ενώ ανοικοδομήθηκε, ενισχύθηκε και επεκτάθηκε καλύπτοντας όλο το μήκος του Ισθμού από τον Σαρωνικό έως τον Κορινθιακό κόλπο κατά την εποχή του Ιουστινιανού, γι' αυτό άλλωστε ονομάστηκε και Ιουστινιάνειο τείχος.
Το κάστρο του Ακροκορίνθου, το μεγαλύτερο του Μοριά, ακρόπολη των Κορινθίων, λειτούργησε από την αρχαιότητα ως "οφθαλμός" επιβλέπων όλη την Πελοπόννησο. Εδραιώθηκε την εποχή του μυθικού βασιλιά Σισύφου ως θέση άμυνας των Κορινθίων, ενώ αναγνωρίζονται εργασίες οικοδομήσεως των τειχών που έγιναν σε διαφορετικές εποχές: α) Μυκηναϊκή, όπως προκύπτει από την πολυγωνική όψη τμήματος του τείχους προς οριζοντίωση της βραχώδους μηκοτομής, β) κλασική, γ) Μεσαιωνική, η οποία αναλύεται σε δύο περιόδους: την βυζαντινή 6-13ο αιώνα και τη φραγκική 13-15ο αιώνα, δ) τουρκική και ε) Βενετική έως το 1821. Περιλαμβάνει μεγάλη ανισοϋψή αυλή και καταλαμβάνει έκταση 250 στρεμμάτων. Τα τείχη ακολουθούν πολυγωνική διαδρομή και ενισχύονται από πύργους και προμαχώνες. Γενικώς το πάχος των τειχών είναι 2 μέτρα, το πάχος του στηθαίου κυμαίνεται ανάμεσα στους 60 και 70 πόντους με διαδοχικά ανοίγματα ύψους περί το 1,65. Θεωρείται ότι ήταν το πρώτο αμυντικό έργο της πόλης της Κορίνθου.
Κατά τα βυζαντινά χρόνια η άμυνά του και η οπτική του σύνδεση με άλλα φρούρια ενισχύθηκαν με το χτίσιμο πύργου δύο χλμ νοτιοανατολικά του αλλά και με τη χρήση φυσικού φρουρίου δυτικά του, μεταξύ Αρχαίας Κορίνθου και ρέματος Ραϊζάνι.
Η πόλη της Κορίνθου ήταν τειχισμένη από την αρχαιότητα, ενώ μακρά τείχη προστάτευαν την οδό που τη συνέδεε με το λιμάνι του Λεχαίου, το οποίο οχύρωσαν οι Βενετοί με τη δημιουργία αφενός τεσσάρων γαιωδών οχυρών δυτικά και αφετέρου δύο τεχνητών λόφων και πύργου -ο οποίος αποκαθιστούσε την οπτική επαφή με τον Ακροκόρινθο- στα ανατολικά.
Την ασφάλεια των οδών που οδηγούσαν προς την ανατολική Κορινθία και τις ακτές του Σαρωνικού κάλυπταν δύο φρούρια: Το Καστράκι δυτικά των Λουτρών της Ελένης επί των Ονείων Ορών και τα Φορτίκια δύο χιλιόμετρα ΒΑ του χωριού Σολομός, κτισμένα αμφότερα την εποχή της Βενετοκρατίας.
Ο έλεγχος στις ακτές του Σαρωνικού επιτυγχανόταν μέσω των φρουρίων της νήσου Οβριού, της Κακής Ράχης του Φραγκολίμανου, του Προφήτη Ηλία νοτιοανατολικά του Σοφικού, της Γενέσεως Θεοτόκου Τσάλικας Σοφικού και της Αγίας Παρασκευής Σοφικού, τα οποία οπτικώς συνδέονταν μεταξύ τους και η οικοδόμησή τους εντοπίζεται -κατά το πλείστον- στην εποχή του Σγουρού.
Την οδό Κορίνθου - Άργους - Ναυπλίου προστάτευε μια πλειάδα φρουρίων τα οποία ήλεγχαν όλες τις πιθανές διαβάσεις και συνδέονταν οπτικώς με τον Ακροκόρινθο. Έτσι, στην περιοχή του Αγγελοκάστρου έχουμε το ομώνυμο φρούριο, έργο διαφόρων εποχών, του οποίου το οπτικό πεδίο προς την οδό Πιάδας - Ακροκορίνθου ενισχύθηκε με την κτίση έτερου στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία κατά τα μεσαιωνικά χρόνια. Νοτίως των Αθικίων και ανατολικά του Αγίου Ιωάννη, σε πετρώδη γυμνό λόφο εκτείνεται το Μούντ Εσκουβέ, το οποίο αναφέρεται εκτενώς στο Χρονικό του Μορέως. Αποτελείται από αυλή και μικρή ακρόπολη, ενώ το ιδιαίτερο γνώρισμά του είναι ότι η αυλή του περιλαμβάνει μικρούς περιφραγμένους χώρους στατικής άμυνας. Για τον έλεγχο της οδού Πιάδας - Ακροκορίνθου χρησιμοποιήθηκε και το φρούριο της Αλαταργιάς κοντά στην Παλαιά Μονή της Φανερωμένης, το οποίο συνδεόταν οπτικά με τον Ακροκόρινθο μέσω πύργου (Ελευθερόπυργος) κατασκευασμένου πλησίον του. Το φρούριο της Αμπιδίτσας, υπεράνω του χωριού Κλένια, τα συνέδεε με το φρούριο του Αγιονορίου, το οποίο ήλεγχε την κοιλάδα της Κοντοπορείας και ήταν ένα από τα σημαντικότερα της περιοχής. Είναι χτισμένο κοντά στο ομώνυμο χωριό, έχει έκταση 850 τ.μ., αποτελείται από αυλή χωρίς ακρόπολη, ενώ πέντε πύργοι κατέχουν τις κορυφές του πενταγωνικού τείχους. Το οπτικό του πεδίο είναι εξαιρετικά ευρύ και περιλαμβάνει τον Ακροκόρινθο, τη Λάρισα του Άργους και το Αρμενόκαστρο του Καπαρελίου Αργολίδας. Το φρούριο του Αγίου Βασιλείου, που βρίσκεται νοτίως του ομώνυμου χωριού, είχε διαφορετικό προορισμό από τα υπόλοιπα, αφού εδώ φυλάσσονταν οι φορολογικές πρόσοδοι. Μάλιστα θεωρείται ότι η ακρόπολη ήταν το θησαυροφυλάκιο, ενώ εκτιμάται ότι λειτούργησε και ως φυλακή για τους δύστροπους φορολογούμενους. Οι Φράγκοι οδηγήθηκαν στην κατασκευή του φρουρίου αυτού λόγω της επίκαιρης θέσης του και της φυσικής οχυρότητας του λόφου, ενώ κατατάσσεται στα μεγάλα φράγκικα φρούρια. Τέλος, στην περιοχή της Νεμέας, δύο φρούρια, του Πολυφέγγους και του Κουτσίου, κι ένας πύργος, ο Παλαιόπυργος των Ηλιοπουλαίικων Νεμέας κάλυπταν την ασφαλή διεκπεραίωση, τόσο προς την Αργολίδα όσο και προς την περιοχή της Στυμφαλίας και της δυτικής Κορινθίας.
Η κεντρική Κορινθία και η περιοχή της Βόχας ελέγχονταν κυρίως από το φρούριο του Φωκά, το οποίο μάλλον κτίστηκε από τους Φράγκους. Η σπουδαία στρατηγική του θέση, εκτός από το γεγονός ότι δεσπόζει στον κάμπο της Βόχας αλλά και της Νεμέας, έγκειται αφενός μεν στην οπτική του σύνδεση με τα όρη της νοτίου Στερεάς, τα Γεράνεια και το όρος της Κυλλήνης και αφετέρου στη χρήση του ως σημείο οπτικής σύνδεσης του Ακροκορίνθου με τα φρούρια της κοιλάδας του Ασωπού, της περιοχής της Στυμφαλίας και γενικότερα της δυτικής Κορινθίας. Το οπτικό του πεδίο συμπλήρωναν το φρούριο της αρχαίας Θυαμίας και ο πύργος της Ευαγγελίστριας στη Στιμάγκα, αλλά και τα φρούρια του Ξεροκαστελλίου και του Βασιλικού στην αρχαία Σικυώνα, τα οποία λειτουργούσαν από την αρχαιότητα.
Την κοιλάδα του Ασωπού και κατά συνέπεια την οδό Σικυώνος - Νεμέας - Άργους προστάτευαν από την αρχαιότητα τα φρούρια της Γοννούσας, της Τιτάνης και των Μποζικών αλλά και ο Πύργος του Λιμικού στο Καστράκι, ο οποίος κατασκευάστηκε επίσης κατά τον 5ο - 4ο π.Χ. αιώνα αλλά χρησιμοποιήθηκε κυρίως το μεσαίωνα.
Η περιοχή της Στυμφαλίας και οι οδοί που τη συνέδεαν με τη Νεμέα, την Αργολίδα, την Αρκαδία, αλλά και τον Φενεό ελέγχονταν από μία πλειάδα φρουρίων και πύργων που χτίστηκαν κοντά στα χωριά της κοιλάδας. Έτσι έχουμε το φρούριο του Ψαρίου, το Άνω και Κάτω φρούριο του Γαβριά και το φρούριο του Κοκκινόβραχου κοντά στο χωριό του Ασπρόκαμπου, ενώ μέσα στο χωριό βρίσκεται χτισμένος ο μεσαιωνικός πύργος στη θέση και με το υλικό αρχαίου οικοδομήματος.
Στη δυτική όχθη της κοιλάδας έχουμε το Γουλά στο χωριό Καίσαρι, του οποίου ο πύργος -διαμέτρου 18 μέτρων- διατηρείται ικανοποιητικά, ενώ κι εδώ απαντάται αρχαίο δομικό υλικό πιθανόν ελληνιστικής εποχής. Νοτιότερα στο χωριό της Δροσοπηγής βρίσκεται επίσης πύργος διώροφος, κυκλικός διαμέτρου 11 μέτρων της εποχής της Τουρκοκρατίας, ενώ τέλος, ως οχυρό χρησιμοποιήθηκε και η Μονή Κιστερκιανών στη βόρεια παρυφή της λίμνης Στυμφαλίας.
Το κάστρο που δέσποζε στη δυτική Κορινθία ήταν αναμφίβολα του Ξυλοκάστρου, το οποίο δεν διασώζεται παρά μόνο ως ανάμνηση στο όνομα της σημερινής πόλης. Το ξύλινο κάστρο, λοιπόν, που ήταν σε χρήση από την νεολιθική εποχή και καταστράφηκε το 1402 από σεισμό, είχε οπτική σύνδεση με τον Ακροκόρινθο και αποτελούσε την είσοδο για την κοιλάδα του Σύθα, την οποία προστάτευαν τα οχυρά της Τσούκας, του Ζεμενού και το Πύργουθι των Στυλίων αλλά και το Παλαιόκαστρο των Τρικάλων.
Τέλος, στη δυτική Κορινθία βρίσκουμε τον πύργο του Κορδή, στο σημερινό χωριό Πύργος, τον οποίο χρησιμοποίησε ως κατοικία ο Αλβανός Πέπελι αγάς. Είναι κατασκευή τριώροφη, αποτελούμενη από: το ισόγειο, το οποίο στερείται κουφωμάτων αλλά διαθέτει τουφεκίστρες, τον όροφο που έχει συνολικά τρία παράθυρα, τουφεκίστρες και την κύρια είσοδο, τη λίθινη κλίμακα που φτάνει σε απόσταση μικρή της εισόδου και διέθετε κινητή ξύλινη γέφυρα που επέτρεπε ή απέτρεπε την είσοδο, και τέλος τον τρίτο όροφο ο οποίος χρησίμευε ως κατοικία.
Η κοιλάδα του Όλβιου που συνέδεε την Ευρωστίνη με τον Φενεό ελεγχόταν από το φρούριο του Ταρσού -γνωστό ως Κάστρο των Σφυρών ή Κάστρο της Ωριάς- ενώ το οροπέδιο του Φενεού κατόπτευαν τα φρούρια της Αρχαίας Φενεού και του Πανοράματος. Από το τελευταίο ελέγχονταν και οι δύο διαβάσεις από την κοιλάδα του Φενεού προς την κοιλάδα του Λάδωνα και προς το διάσελο του Κυνηγού που οδηγούσαν αμφότερες στην Αχαΐα.