korinthia.net
Εκκλησίες -Μοναστήρια
Τα πρώτα σπέρματα της Χριστιανικής πίστης έπεσαν στο χώμα της κορινθιακής γης το 53 μ.Χ., όταν ο Απόστολος Παύλος έφτασε στην αρχαία πόλη της Κορίνθου και από το βήμα της αγοράς μίλησε στους κατοίκους της για τη νέα θρησκεία που άνοιγε τα φτερά της πάνω από τον παρηκμασμένο αρχαίο κόσμο. Σταδιακά δημιουργήθηκε στην Κόρινθο μια αξιόλογη χριστιανική κοινότητα, η οποία είναι ο αποδέκτης μιας σειράς επιστολών του Αποστόλου Παύλου, των οποίων το περιεχόμενο περιλαμβάνεται στις “Πράξεις Αποστόλων”. Την εποχή εκείνη, η οποία κλείνει με την ειρήνευση της εκκλησίας και το διάταγμα των Μεδιολάνων από τον Μ. Κωνσταντίνο (313 μ.Χ.), επικρατούσαν ως λατρευτικοί χώροι οι ιδιωτικοί ναοί και τα “μαρτύρια”. Την ανοχή στη νέα θρησκεία, που επέβαλε η πολιτική του Κωνσταντίνου, ακολούθησε σύντομα η ανοικτή υποστήριξη, που σήμαινε ότι η χριστιανική εκκλησία έγινε τελικά η επίσημη εκκλησία του κράτους. Έτσι, σταδιακά, άρχισαν να κτίζονται ναοί, οι οποίοι ικανοποιούσαν τις λατρευτικές ανάγκες των πιστών. Ο τύπος κτιρίου που επικράτησε στους πρώτους ναούς είναι γνωστός με το όνομα “βασιλική”. Ήταν κατά κανόνα μια ορθογώνια αίθουσα με μήκος διπλάσιο περίπου από το πλάτος της, χωρισμένη σε τρία ή περισσότερα μέρη, τα “κλίτη”. Το μεσαίο κλίτος κάλυπτε δίρριχτη ξύλινη στέγη, ενώ σειρά παραθύρων στους διαχωριστικούς τοίχους επέτρεπε τον άπλετο φωτισμό του κτιρίου. Η οικοδομική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε κατά την περίοδο εκείνη περιελάμβανε γενικά τρεις κατηγορίες: α) εκκλησίες που δημιουργήθηκαν από τη μετασκευή σημαντικών ειδωλολατρικών ναών, β) εκκλησίες που χτίστηκαν κοντά ή στη θέση γνωστών ειδωλολατρικών κέντρων, και γ) εκκλησίες που οικοδομήθηκαν σε “μαρτύρια” δηλαδή σε τάφους μαρτύρων. Στις δύο τελευταίες κατηγορίες μπορεί να ενταχθεί η παλαιοχριστιανική βασιλική που έχει ανασκαφεί στην περιοχή του λιμανιού του αρχαίου Λεχαίου. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σε διαστάσεις εκκλησία αυτού του τύπου στον ελλαδικό χώρο (μήκος 220 μέτρα, εμβαδό 11 στρεμμάτων), η οποία ανεγέρθηκε το 450 μ.Χ. προς τιμήν του μάρτυρα Λεωνίδη και των επτά παρθένων που μαρτύρησαν για την πίστη τους. Ήταν τρίκλιτη, με εγκάρσιο κλίτος και ξύλινη στέγη, διέθετε δύο συνεχόμενα αίθρια και βαπτιστήριο, ενώ θεωρείται πιθανόν ότι θεμελιώθηκε πάνω στο ναό του Ποσειδώνα. Την ίδια εποχή οικοδομείται στο ανατολικό επίνειο της Κορίνθου, τις Κεγχρεές, άλλος ναός του ιδίου τύπου, μικρότερος σε μέγεθος, του οποίου διατηρείται καλά το πλακόστρωτο κεντρικό κλίτος και η αψίδα του ιερού καθώς και αρράβδωτοι μονολιθικοί κίονες. Παράλληλα χτίζεται στον Ακροκόρινθο μια άλλη μικρή βασιλική, με το υλικό του αρχαίου ναού της Αφροδίτης, η οποία με τις διαδοχικές μετασκευές που υπέστη (πύργος, μουσουλμανικό τέμενος, πλακόστρωτη εξέδρα) δεν ήταν δυνατό να διασωθεί. Οικοδομική δραστηριότητα την ίδια περίοδο παρουσιάζεται και στην Σικυώνα, όπου στο κέντρο του οικισμού χτίζεται εκκλησία στη θέση με το οικοδομικό υλικό αρχαιοελληνικού ναού, η οποία όμως καταστρέφεται από σεισμό το 543 και το 551 μ.Χ. και σήμερα σώζονται μόνο τα θεμέλια της και κάποια ερείπια. Στους αιώνες που ακολούθησαν η περιοχή μαστιζόταν από επιδρομές και διεισδύσεις Σλάβων και άλλων, έτσι που δεν ήταν δυνατή η οικοδόμηση ναών. Μετά το πέρας και της Εικονομαχίας, η διοικητική αναδιοργάνωση με την εφαρμογή της νέας διοικητικής μονάδας του Θέματος, ακολουθείται από την εκκλησιαστική αναδιοργάνωση με μητροπόλεις και επισκοπές. Έτσι, μετά το β΄ μισό του 10ου αιώνα παρουσιάζονται σημάδια άνθησης στη ναοδομία, στον αριθμό των κατασκευών και στην ποιότητα εργασίας και υλικών. Έργο της εποχής εκείνης είναι η Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου νοτιοανατολικά του δρόμου της Επιδαύρου κοντά στο Σοφικό. Ο κυρίως ναός που βρίσκεται στο μέσο του περιβόλου της μονής είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο στηριζόμενο σε δύο κίονες, τύπος ο οποίος απαντάται αποκλειστικά στην Κορινθία. Προς το βόρειο μέρος του καθολικού βρίσκεται προσκολλημένο ορθογώνιο κτίριο, το οποίο πιθανόν αποτελούσε την τράπεζα της Μονής. Οι δύο κίονες που βαστούν τον οκταγωνικό τρούλο είναι από μαύρο μάρμαρο χωρίς ραβδώσεις και φέρουν ιωνικά κιονόκρανα. Ο ναός φέρει αγιογραφίες καλής τέχνης του τέλους του 16ου αιώνα, ενώ το ξυλόγλυπτο, επιχρυσωμένο τέμπλο του ναού φιλοτεχνήθηκε το 1801 σύμφωνα με την επιγραφή που φέρει. Άλλο μνημείο της ίδιας εποχής είναι η Μονή του Αγίου Νικολάου του Νέου στη θέση Μαλαγάρι της Περαχώρας, της οποίας οι τοιχογραφίες έχουν χαρακτηριστεί από τους ειδικούς ως ιστορικά κειμήλια. Από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα κυριαρχεί στην αρχιτεκτονική των ναών ο τύπος του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με οκταγωνικό τρούλο. Έτσι, στη θέση παλαιοχριστιανικού ναού στο ακρωτήριο Στείρι χτίζεται ναός αφιερωμένος στην Παναγία, τυπικό δείγμα του αρχιτεκτονικού τύπου της εποχής. Ο οκταγωνικός τρούλος φέρει στις ακμές του μαρμάρινους κίονες και έχει οκτώ μαρμάρινα τοξωτά γείσα. Οι τοίχοι του ναού, που διατηρείται ικανοποιητικά, καλύπτονται από τοιχογραφίες μέτριας τέχνης του 1668, έργο του ιερομόναχου Θεοδούλου Κακαβά. Την ίδια εποχή (11ος αιώνας) χτίζονται τρεις μονές: Η Παναγία Πραθίου στα Γεράνεια, ο Άγιος Κωνσταντίνος στο Γελλήνι και η Παναγία η Λέχωβα κοντά στο Κρυονέρι. Η Παναγία του Πραθιού, χτισμένη σε υψόμετρο 1150 μέτρων, ήταν ένα πλούσιο κοινοβιακό μοναστήρι με αξιόλογη δράση από την ίδρυσή του μέχρι και το 1821. Σήμερα, σώζονται ερείπια των κελλιών και των αποθηκών ενώ σε καλύτερη κατάσταση σώζεται το καθολικό της Μονής με τοιχογραφίες του 1466. Ο Άγιος Κωνσταντίνος χτίστηκε το 1011 σε κοίλωμα βράχου κοντά στο χωριό Γελλήνι του Δήμου Ξυλοκάστρου, ενώ ανέπτυξε μεγάλη δράση κατά την Τουρκοκρατία, όπως μαρτυρείται από τις πολεμίστρες που υπάρχουν σε αυτό. Αργότερα το κοίλωμα χωρίστηκε σε τρία μέρη: τον πρόναο, τον κυρίως ναό και το παρεκκλήσι. Τέλος, η Παναγιά η Λέχωβα φωλιασμένη στο ύψωμα Βέσσεζα κοντά στο Κρυονέρι, αποτελεί ένα από πιο καλά διατηρημένα και ανθηρά μοναστήρια της Κορινθίας. Το καθολικό της, αφιερωμένο στην Παναγία, ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του δικιόνιου σταυροειδούς με οκταγωνικό τρούλο. Το δάπεδο είναι στρωμένο με μάρμαρα διαφόρων χρωμάτων που σχηματίζουν ψηφιδωτές παραστάσεις γεωμετρικών σχημάτων. Στο κέντρο του δαπέδου είναι οι πέντε κύκλοι που συμβολίζουν τους πέντε Άρτους του Ευαγγελίου, ενώ σε εντοιχισμένα προσκυνητάρια σώζονται τοιχογραφίες, σημαντικότερες των οποίων θεωρούνται αυτή της Αγίας Τριάδας και αυτή που απεικονίζει την Παναγιά την Τριχερούσα. Τέλος, υπάρχουν και πολλές φορητές μεταβυζαντινές εικόνες, από τις οποίες ξεχωρίζει αυτή της Παναγίας, ιστορημένη το 1659. Τον 12ο αιώνα έχουμε την ίδρυση της Μονής της Ζωοδόχου Πηγής στο ομώνυμο νησί του συμπλέγματος των Αλκυονίδων, της οποίας το καθολικό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ανήκει στο σταυροειδή με τρούλο αρχιτεκτονικό τύπο. Την ίδια εποχή χτίζεται η Αγία Τριάδα στο Βασιλικό (Αρχαία Σικυών) η οποία εξακολουθεί και σήμερα να λειτουργεί ως μητρόπολη του χωριού, ενώ στην κοιλάδα του Λαρισίου στη Σολυγεία χτίζεται ναός των Ταξιαρχών πανομοιότυπος με αυτόν του 10ου αιώνα της Κοιμήσεως Θεοτόκου. Οι δύο κίονες που στηρίζουν τον τρούλο είναι ιωνικού ρυθμού, τα δε επιθήματα των κοινοκράνων κοσμούνται από ανάγλυφα φύλλα καλάμου και ακάνθου. Το εξέχον γεγονός, όμως, της εποχής είναι η οικοδόμηση ενός πλήθους ναών μέσα και γύρω από το κάστρο του Αγιονορίου, αντίστοιχο του οποίου συναντούμε στη Λακωνία, στο Μυστρά. Μεταξύ του οικισμού Ενόριο και του οικισμού πέριξ του κάστρου του Αγιονορίου -ο οποίος απαντάται τον 12ο αιώνα στο Χρονικό του Μορέως με το όνομα Άγιον Όρος- αναπτύσσεται ένα πλήθος θρησκευτικών μνημείων. Έτσι, κοντά στο φρούριο διατηρείται ο ναός των Αγίων Αναργύρων, ο οποίος ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο σταυρεπίστεγος, που παρουσιάστηκε στις αρχές του 13ου αιώνα. Διατηρούνται τμήματα του ναού -κυρίως στο Ιερό- αγιογραφημένα από άγνωστο ζωγράφο της εποχής. Στη βόρεια πλευρά του κάστρου υπάρχουν τα ερείπια ναού της εποχής των Κομνηνών (11ος αιώνας) και κοντά σ’ αυτόν είναι ο καμαροσκέπαστος ναός του Αγίου Μάρκου, ο οποίος αν και ερειπωμένος διατηρείται σε καλή κατάσταση. Εγγύς του ανατολικού πύργου του κάστρου βρίσκεται ο ερειπωμένος ναός του Αγίου Γεωργίου, που αποτελεί συνέχεια των Αγίων Αναργύρων και είναι μονόχωρος με θολωτή κατασκευή, ενώ επί της βόρειας πλευράς, σε θέση πιο χαμηλή από την πρώτη ζώνη του κάστρου, βρίσκεται ο ερειπωμένος ναός του Προδρόμου, επίσης μονόχωρος, που διατηρεί όρθιες μονολιθικές παραστάδες. Επίσης, ερειπωμένος είναι ο ναός του Ιωάννου του Θεολόγου στη βόρεια πλευρά του κάστρου, σύγχρονος με τον προηγούμενο, χτισμένος με μεγάλες πέτρες χωρίς συνδετικό κονίαμα. Ο κοιμητηριακός ναός του Αγίου Αθανασίου διαθέτει αγιογράφηση του 17ου αιώνα, ενώ, τέλος, αξιομνημόνευτος είναι ο ναός της Κοιμήσεως Θεοτόκου, εντός του σημερινού χωριού, ο οποίος είναι μονόχωρος, τρουλλαίος, με νάρθηκα, κτιστό τέμπλο και αγιογράφηση του 18ου αιώνα. Γύρω από το Αγιονόρι η περιοχή είναι κατάσπαρτη από χριστιανικούς ναούς, που σήμερα από όσους δεν έχουν ανοικοδομηθεί έχουν απομείνει ερείπια ή εκφραστικά αγιωνύμια. Έτσι στην κοιλάδα και σε ακτίνα δύο περίπου χιλιομέτρων γύρω κι επάνω στα υψώματα καταγράφεται λατρεία των αγίων: Βλασίου, Δημητρίου, Βαρβάρας, Νικολάου, Στεφάνου, Μάμαντος, Βασιλείου, Γεωργίου, Μαρίνας, Προφήτη Ηλία, Ιωάννου και Παναγίας. Εξέχοντα είναι το παλαιό Μοναστήρι της Παναγίας της Φανερωμένης ένα χιλιόμετρο ανατολικά, η Μονή Ταξιαρχών και το μετόχι της -μετέπειτα Μονή Αγίου Δημητρίου- στο Στεφάνι δυτικά. Η παλαιά Μονή της Παναγίας της Φανερωμένης είναι η παλαιότερη και η σημαντικότερη από όλες τις Μονές “Φανερωμένης” στην Ελλάδα. Το καθολικό της ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο και στην είσοδό του υπάρχουν δύο κίονες με ιωνικά κιονόκρανα, ενώ εσωτερικά φέρει δύο στρώματα τοιχογραφιών. ένα μεταβυζαντινό (αρχές του 17ου αιώνα), κάτω από το οποίο εμφανίζονται αγιογραφίες αξιόλογες του 13ου αιώνα. Η Μονή Ταξιαρχών οικοδομήθηκε τον 11ο αιώνα και ανοικοδομήθηκε, σύμφωνα με επιγραφή που διατηρείται, το 1565 από τον ιερομόναχο Συμεών, ενώ αγιογραφήθηκε από τον Θεοδόσιο Κακαβά. Τέλος, στην ίδια περίοδο ανήκουν ο σταυρεπίστεγος ναός του Αγίου Νικολάου στην Κλένια, ο επίσης σταυρεπίστεγος ναός της Μεταμορφώσεως στο Σχοίνο, αλλά και οι τοιχογραφίες στο σπήλαιο που βρέθηκε το σκήνωμα του Οσίου Παταπίου στο Λουτράκι, από τις οποίες εξέχουσες θεωρούνται τρεις ολόσωμες: του Οσίου Παταπίου, της Αγίας Υπομονής και του Οσίου Νίκωνος. Στα τέλη του 13ου αιώνα οικοδομείται στα Ταρσινά του δήμου Βέλου, ο δικιόνιος ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ο οποίος ανήκει στο ρυθμό του σταυροειδούς με οκταγωνικό τρούλο. Πλίθινα πλαίσια και οδοντωτές ταινίες στεφανώνουν τα δίλοβα παράθυρα και τα κομψά πινάκια του ναού που σήμερα είναι νεκροταφειακός. Το 1345 στο Λουτράκι, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Στ΄ Κατακουζηνός σε ανάμνηση του διωγμού του Αγίου Ανδρέα έκτισε ομώνυμο ναό, ο οποίος διατηρεί αυτούσια τα βυζαντινά χαρακτηριστικά του. Ο ρυθμός του είναι τρίκλιτη βασιλική με τρούλο σε κυλινδρικό τύμπανο και διαθέτει τριμερές ιερό κι ένα ενδιαφέρον κτιστό τέμπλο, ενώ στη βόρεια πλευρά του 3-4 σκαλοπάτια οδηγούν στο στόμιο μιας σπηλιάς όπου κρύφτηκε ο Άγιος Ανδρέας καταδιωκόμενος από τους Ρωμαίους στρατιώτες. Την ίδια εποχή, στη Νεμέα χτίζεται στο λόφο του Πολυφέγγους μονή αφιερωμένη στην Παναγία, γνωστή ως “Παναγία του Βράχου”. Στο ναό που είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου σώζονται θαυμάσιες τοιχογραφίες του 14ου αιώνα, από τις οποίες ξεχωρίζουν η Γέννηση της Θεοτόκου, η Υπαπαντή του Κυρίου και ο Άγιος Γεώργιος. Αξίζει επίσης να αναφερθεί το ασκηταριό του Πολυφέγγους, ναΐδριο του 11ου αιώνα το οποίο βρίσκεται σφηνωμένο μέσα σε σπηλιά της κορυφής του προβούνου. Μέσα σε ένα φυσικό σπήλαιο στα Πίσια του Λουτρακίου, χτίζεται ναός αφιερωμένος στον Άγιο Γεώργιο, από τον οποίο σώζεται στο τέμπλο τμήμα μιας τοιχογραφίας του Αγίου Γεωργίου που χρονολογείται περί το 1400. Στη συνοικία του Σοφικού “Κοκκινιά” στα ρίζα ενός βράχου χτίζεται ναός των Ταξιαρχών στο ρυθμό της μονοκάμαρης βασιλικής, ο οποίος φέρει τοιχογραφίες του 16ου αιώνα -έργα αυστηρής κρητικής τέχνης- κάτω από τις οποίες υπάρχει παλαιότερο στρώμα. Τέλος, στη θέση δύο παλαιοχριστιανικών εκκλησιών, στο λόφο Βουκίνα του δήμου Σαρωνικού και στους Αγίους Θεοδώρους του ομώνυμου σημερινού δήμου, οικοδομούνται νέοι ναοί, αφιερωμένοι ο πρώτος στην Οσία Ματρώνα (ανοικοδομήθηκε πάλι στα 1801, αφιερώθηκε στην Ανάσταση του Χριστού και σώζεται ερειπωμένος), ενώ ο δεύτερος που διατηρείται ως σήμερα, αφιερώθηκε και πάλι στους Αγίους Θεοδώρους. Τέλος, στην περιοχή της Στυμφαλίας διατηρούνται τα ερείπια του μοναδικού φράγκικου θρησκευτικού μνημείου της Κορινθίας. Πρόκειται για εκκλησία και μονή του τάγματος των Κιστερκιανών, που χτίστηκε με το οικοδομικό υλικό και στη θέση του αρχαίου ναού της Αρτέμιδας. Η εκκλησία είναι τρίκλιτος βασιλική με υπερυψωμένο το μεσαίο κλίτος, θολοσκεπής από οξυκόρυφα σταυροθόλια. Ο βόρειος εξωτερικός τοίχος ενισχύεται με αντιρίδες, ενώ στη ΒΑ γωνία της εξοχής του ναού υπάρχει κωδωνοστάσιο. Η Μονή έχει υποστεί μεγαλύτερες φθορές και σώζεται ο πυλώνας ύψους έως το θόλο 4 μέτρων. Τα χρόνια που ακολούθησαν, οπότε ο ελληνισμός της Κορινθίας βρισκόταν κάτω από ξένη κατοχή κατά το πλείστον τουρκική, οικοδομήθηκαν αρκετές εκκλησίες αλλά και μονές κυρίως σε δυσπρόσιτα, ορεινά μέρη και κατεξοχήν στην ενδοχώρα του νομού. Εκκλησία εκείνης της εποχής (15ος αιώνας) σώζεται στα Πίσια του Λουτρακίου. Είναι ο ναός του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος φέρει ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες του 1638, έργα του ιερομονάχου Σεραφείμ Κουλούρη. Κοινός ναός των Αγίων Νικολάου και Παντελεήμονος χτίζεται στην Κλένια στο ύψωμα “Νυφίτσα”, όπου την ιστόρηση έχουν κάνει οι παλαιότεροι εκπρόσωποι της οικογένειας Κακαβά, Μαρίνος και Δήμος το 1593. Την ίδια εποχή μεταφέρεται στη σημερινή του θέση το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Φενεό, αφού το παλαιό μοναστήρι του 14ου αιώνα βρέθηκε πλημμυρισμένο από τα νερά της λίμνης που εκείνη την εποχή είχαν κατακλύσει τον κάμπο. Η νέα Μονή, εξαρχής σταυροπηγιακή, ανακαινίστηκε εκ θεμελίων το 1754, είναι τριώροφη με εσωτερική αυλή στο κέντρο της οποίας βρίσκεται ο ναός του Αγίου Γεωργίου, χτισμένος σύμφωνα με τον αρχιτεκτονικό ρυθμό της βασιλικής με τρούλο και εικονογραφημένος με τοιχογραφίες σπάνιας τέχνης του ζωγράφου Παναγιώτη από τα Ιωάννινα (σύμφωνα με επιγραφή) τα έτη 1762-1768. Άξιος μνείας ο μεγάλος ξύλινος χορός (πολυέλαιος) ο οποίος φέρει μικρές εικόνες εξαιρετικής τέχνης και είναι αγιορείτικης τεχνοτροπίας. Το σκαλιστό επιχρυσωμένο τέμπλο του ναού φιλοτεχνήθηκε το 1762 και φέρει παραστάσεις από την Παλαιά Διαθήκη. Μετά τα Ορλωφικά (1770) αλλεπάλληλες δωρεές πλούσιων κατοίκων της περιοχής κατέστησαν το μοναστήρι παραμονές της Επανάστασης του ‘21 μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις της Πελοποννήσου, πράγμα που βοήθησε σημαντικά στη συνέχεια τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Την ίδια εποχή οικοδομείται στον Ταρσό, πάνω σε βράχους που μοιάζουν με τα Μετέωρα, Μονή αφιερωμένη στην Παναγία, γνωστή με το όνομα “Παναγία του Βράχου”. Κοντά στο σημερινό χωριό Αθίκια σε ύψωμα λόφου οικοδομείται ο ναός του Αγίου Δημητρίου -το έτος 1611- σύμφωνα με τον αρχιτεκτονικό ρυθμό της σταυρεπίστεγης βασιλικής με δύο εγκάρσια κλίτη και τρούλο που κάθεται πάνω στην τομή του σταυρού. Ο ναός που σώζεται σε καλή κατάσταση περιλαμβάνει ένα πλήθος σπάνιων αγιογραφιών που φιλοτεχνήθηκαν από τον Δημήτριο Κακαβά. Το 1617 στην κορυφή του λόφου όπου είναι χτισμένη η μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου του 10ου αιώνα κοντά στο Σοφικό, χτίζεται ναός μικρών διαστάσεων αφιερωμένος στην Αγία Παρασκευή. Ο ρυθμός του είναι μονοκάμαρη βασιλική και όλη η εσωτερική του επιφάνεια είναι κατάγραφη από τοιχογραφίες που έγιναν το έτος της κτίσης του σύμφωνα με την σχετική επιγραφή. Από τις πολλές σκηνές που εικονίζονται μία προξενεί εντύπωση, αφού παριστάνει χορό νεαρών γυναικών σε τοπίο της περιοχής του Σοφικού. Ίσως πρόκειται για το χορό Γεμ που χορεύεται το Πάσχα. Εξάλλου σημαντικές από λαογραφικής απόψεως είναι όλες οι τοιχογραφίες του. Στο Ξυλόκαστρο τέσσερα χρόνια αργότερα, η οικογένεια των Νοταραίων χτίζει εκκλησία μονόκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με προστώο στη δυτική και βόρεια πλευρά, αφιερωμένη στον άγιο Γεράσιμο το Νοταρά. Ο ναός που αναικαινίστηκε το 1954 φέρει στο υπέρθυρο της πύλης ψηφιδωτή εικόνα του Αγίου Γερασίμου, αντίγραφο εικόνας του Φ. Κόντογλου και έργο του Μανώλη Νουκάκη, ενώ όλος ο ναός διακοσμείται με εντοίχια ψηφιδωτά κατασκευασμένα σύμφωνα με τη βυζαντινή τεχνική. Τα σήμαντρα του ναού είναι σε ένα κυκλικό με έξι κίονες κεραμοσκεπές κουβούκλιο. Στο ανατολικό μέρος, υπάρχουν κελιά με στοά η οποία στηρίζεται σε κίονες συνδεδεμένους με τόξα. Τέλος, εξαιρετικής ομορφιάς είναι το χαμηλό μαρμάρινο τέμπλο, έργο του Μ. Νουκάκη, ενώ οι εικόνες που το στολίζουν είναι έργα του Φ. Κόντογλου. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1697, χτίζεται ο ναός του Αγίου Δημητρίου, στην Κάτω Συνοικία Τρικάλων και είναι ξυλόστεγος με ουρανία και γυναικωνίτη. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξπρεσιονιστικού χαρακτήρα τοιχογραφίες του ναού (18ου αιώνα) με κορυφαία την Άκρα Ταπείνωση, όπου χαρακτηριστικές είναι οι τριγωνικές σκιές κάτω από τα μάτια δηλωτικές του πάθους που διακατέχει τα θεία πρόσωπα. Μέχρι και τα τέλη του 17ου αιώνα έχουμε έναν ναοδομικό οργασμό στο νομό μας, που αρχίζει από την οικοδόμηση Μονής της Ζωοδόχου Πηγής στο όρος του Φωκά στην περιοχή της Βόχας, όπου όλη η εκκλησία είναι χτισμένη μέσα στο βράχο. Στην περιοχή των Δερβενακίων χτίζεται ο Άγιος Σώστης, το μικρό εκκλησάκι που θα μείνει στην ιστορία λόγω της μάχης των Δερβενακίων το 1822, ενώ στην Καστανιά της Στυμφαλίας χτίζεται η μητρόπολη του χωριού αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου -τυπικό δείγμα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής των χρόνων της τουρκοκρατίας. Στο Σοφικό χτίζονται περί το 1700 δύο εκκλησίες -μία μέσα στο χωριό και μία στους πρόποδες του όρους Τσάλικα- με τον ίδιο αρχιτεκτονικό ρυθμό. Πρόκειται για το ναό του Αγίου Γεωργίου και το ναό της Υπαπαντής, μονοκάμαρες βασιλικές με συνεσταλμένο τρούλο και οι δύο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η στήριξη του τρούλου σε δύο κάθετα χαμηλωμένα τόξα, ενώ ο Άγιος Γεώργιος φέρει τοιχογραφίες μέτριας τέχνης. Τέλος, στα δυτικά όρια του δήμου, χτίζεται στην Καρυά ναός αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, μονόχωρος, καμαροσκέπαστος, ο οποίος διακοσμείται από τοιχογραφίες πιστές στη βυζαντινή εικονογραφία, ενώ παράλληλα, δύο σπουδαίες Μονές που εξακολουθούν να βρίσκονται σε μεγάλη ακμή στις μέρες μας ιδρύονται εκείνη την εποχή. Πρόκειται για τη Μονή του Αγίου Βλασίου στα Άνω Τρίκαλα και τη Μονή της Παναγίας της Κορυφής στο Καμάρι. Η πρώτη, σταυροπηγιακή, χτίστηκε μετά την ανακάλυψη εικόνας του αγίου σε σπηλιά της περιοχής, το καθολικό της είναι μικρό μονόχωρο, καμαροσκέπαστο και φέρει δύο τυφλά τόξα δεξιά. Είναι διακοσμημένο με λίγες τοιχογραφίες, έργα του Ν. Σαντοριναίου, ενώ άξιο θαυμασμού είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο, έργο του Σκορδίλη. Η δεύτερη, χτισμένη στο λόφο Κορφιώτισσα, διαθέτει ναό αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ο οποίος ανήκει στον αρχιτεκτονικό ρυθμό της βασιλικής, ενώ το τέμπλο του είναι ξυλόγλυπτο. Οι τοιχογραφίες του είναι των αρχών του αιώνα μας. Στις αρχές του 18ου αιώνα, 500 μέτρα ανατολικά του δρόμου Αγιάννη - Αθικίων χτίζεται ναός αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, γνωστός σήμερα με το όνομα “Παληοπαναγιά”. Ο ναός ανήκει αρχιτεκτονικά στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με προσθήκη εσωνάρθηκα και άνευ τρούλου. Την ίδια εποχή γίνεται και η ιστόρησή του από τον Ασημάκη Καπετανόπουλο. Στην άλλη άκρη της Κορινθίας, κοντά στο σημερινό Χελυδόρι του δήμου Ευρωστίνης, επανιδρύεται και ανοικοδομείται την εποχή εκείνη η Μονή του 14ου αιώνα, που ήταν αφιερωμένη στον Προφήτη Ηλία. Η Μονή χτίστηκε κατ’ αρχήν τετράπλευρος και στις τέσσερις πλευρές της έγιναν κελιά βυζαντινού ρυθμού ενώ το καθολικό της, αφιερωμένο στον Προφήτη Ηλία του Θεσθίτου, ήταν επίσης βυζαντινού ρυθμού. Η Μονή κατέρρευσε το 1740 μετά από βαρυχειμωνιά και αφού είχε υποστεί εκτεταμένες φθορές στο σεισμό του 1720. Το νέο μοναστήρι -που διατηρείται ικανοποιητικά και σήμερα- κτίστηκε στο σχέδιο της βασιλικής, το δε καθολικό του διέθετε ξυλόγλυπτο τέμπλο, ενώ οι εικόνες των δεσποτικών φιλοτεχνήθηκαν το 1758 από έναν Κρητικό διάκονο ονόματι Αθανάσιο. Μονή χτίζεται επίσης εκείνη την εποχή (1784) στη Μέση Συνοικία Τρικάλων και είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Σήμερα είναι εγκαταλελειμμένη και αποτελείται από μικρό συγκρότημα διώροφων κελιών με χτιστή σκάλα ανόδου και ξύλινο εξώστη. Το καθολικό της μονής είναι λιθόχτιστο και ανήκει στον τύπο της μονόχωρης βασιλικής με κεραμοσκεπή στέγη και ημικυκλική κόγχη Ιερού. Παράλληλα, στην περιοχή του σημερινού δήμου Σολυγείας χτίζεται ναός αφιερωμένος από κοινού στους αγίους Νικόλαο και Δημήτριο, στο ρυθμό της καμαροσκέπαστης βασιλικής, όπου ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα θέματα του αγιογράφου, του οποίου η έμπνευση προέρχεται από σκηνές του καθημερινού βίου των Σοφικιτών του 18ου αιώνα. Τέλος, κατά τον 18ο αιώνα, στην περιοχή του Λουτρακίου οικοδομούνται συνολικά τέσσερις εκκλησίες. Έτσι χτίζεται ο Άγιος Νικόλαος του Ηραίου σε φυσική ακρόπολη, ανατολικά από το λιμάνι, στο ρυθμό της μονόκλιτης βασιλικής με θόλο, της οποίας η μεσαία κόγχη είναι τοποθετημένη σε πελώριο βράχο. Η Αγία Παρασκευή, μητρόπολη των Πισίων, ανήκει στο ρυθμό της τρίκλιτης βασιλικής και πρωτοοικοδομήθηκε επίσης τον 18ο αιώνα. Την ίδια εποχή (1767) χτίζεται ο ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στην Περαχώρα, ο οποίος το 1832 έγινε η έδρα της Συνέλευσης των Συνταγματικών όταν οι πληρεξούσιοι της αντικαποδιαστριακής παράταξης εγκατέλειψαν το Άργος. Επίσης κοντά στην Περαχώρα σε ρυθμό μονόκλιτης βασιλικής οικοδομείται ναός αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο. Στις αρχές του 19ου αιώνα χτίζεται ο Άγιος Νικόλαος στην Άνω Συνοικία Τρικάλων, από τον Πανούτσο Νοταρά. Ο ναός αυτός, μητρόπολη του χωριού, είναι τρίκογχος, ανήκει δηλαδή σε έναν τύπο ναού που συνηθιζόταν τον 10ο αιώνα στο Άγιο Όρος. Η στέγη του ήταν καταρχήν μολυβοσκέπαστη, μα αργότερα σκεπάστηκε με κεραμίδια, ενώ ο τρούλος είναι μεταγενέστερη προσθήκη. Ο ναός έχει τοιχογραφίες του Ν. Σαντοριναίου δυτικότροπης τεχνικής και αξιόλογες φορητές εικόνες. Την ίδια χρονική περίοδο οικοδομείται ο ναός του “Αγίου Νικολάου του Νεομάρτυρος εν Βουνένη Καρδίτσης” ενδεχομένως στη θέση παλαιοχριστιανικής εκκλησίας, όπως μαρτυρεί κομμάτι κιονόκρανου που βρίσκεται εντοιχισμένο στο βόρειο τοίχο της εκκλησίας. Η σημαντικότερη όμως εκκλησία, τόσο για την ιστορία της, όσο και για τον αρχιτεκτονικό της ρυθμό, που χτίστηκε την εποχή εκείνη, είναι αδιαμφισβήτητα ο ναός του Αγίου Γεωργίου στην Ευρωστίνη ή Ζάχολη. Ο ναός χτίστηκε το 1811 εντός 39 ημερών, μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες των κατοίκων του χωριού, αφού η προθεσμία για την ανέγερσή του είχε οριστεί από τον Τούρκο διοικητή το μέγιστο 40 ημέρες. Το σχέδιο στο οποίο οικοδομήθηκε ο ναός ήταν βασιλική βυζαντινού ρυθμού με 17 τρούλους, έξι σε κάθε πλευρά του ναού να συμβολίζουν τους 12 Αποστόλους, τέσσερις μεγαλύτεροι σε κάθε γωνία συμβολίζοντες τους 4 Ευαγγελιστές κι ένας κεντρικός μεγαλύτερος όλων συμβολίζων τον Παντοκράτορα. Η σκεπή στηρίχτηκε σε 36 κολώνες με κιονόκρανα βυζαντινού ρυθμού, ενώ το τέμπλο κατασκευάστηκε από την ξυλεία ενός και μόνο θρυλικού κυπαρισσιού και πάνω του σκαλίστηκαν εικόνες από την Παλαιά Διαθήκη, αλλά και η σκηνή της κοπής του κυπαρισσιού. Τέλος, ο ναός που πρόσφατα κρίθηκε διατηρητέος, είναι τριυπόστατος έχει δηλαδή τρεις άγιες Τράπεζες, την αριστερή αφιερωμένης στους Αγίους Κωσταντίνο και Ελένη, τη μεσαία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο και τη δεξιά αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο. Μετά την απελευθέρωση το 1830 στην ίδια περιοχή και σε απόκρημνο βράχο στη θέση “Καταφύγια” χτίζεται ναός επ’ ονόματι της Κοιμήσεως Θεοτόκου, ενώ στα Ροζενά οικοδομείται μικρός ναός, ο οποίος ανοικοδομήθηκε μεγαλύτερος το 1928, αφιερωμένος στην Υπαπαντή του Κυρίου. Την ίδια εποχή επίσης στην Ευρωστίνη χτίζεται η Αγία Παρασκευή, λασπόκτιστος κατ’ αρχήν η οποία ανοικοδομήθηκε εκ θεμελίων το 1963. Ξεχωρίζει το καμπαναριό της, το οποίο είναι λιθόχτιστο εξαιρετικής τέχνης, οικοδομημένο σύμφωνα με το βυζαντινό ρυθμό το έτος 1880 από ηπειρώτες τεχνίτες. Στον Άσσο από το 1822 οικοδομείται περικαλλής ναός αφιερωμένος στους Ταξιάρχες, σε ανάμνηση της φυγής των Τούρκων την ημέρα της γιορτής των Ταξιαρχών. Πρόκειται για μονόχωρη μεγάλων διαστάσεων βασιλική, με δίρρικτη κεραμοσκεπή στέγη, τρίπλευρη αψίδα ιερού, εισόδους στη δυτική και νότια πλευρά, με τοξωτά υπέρθυρα και αγιογραφίες μεγάλου καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος. Το 1837 στα Αθίκια χτίζεται η μητρόπολη του χωριού αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Ο αρχιτεκτονικός της ρυθμός είναι βυζαντινός, διαθέτει οκταγωνικό τρούλο που στηρίζεται στην τομή των δύο κεραιών του εξωτερικού σταυρού. Η εκκλησία όμως φημίζεται κυρίως για το μοναδικό της καμπαναριό, που οικοδομήθηκε το 1923 από το μικρασιάτη τεχνίτη Γ. Σιδέρη, έχει ύψος 24 μέτρα, αποτελείται από 3 ορόφους και είναι κατασκευασμένο από σκαλιστά αγκωνάρια πωρόλιθου που συνδέονται μεταξύ τους με χυτό μολύβι. Σχεδόν ταυτόχρονα από το 1886 έως το 1889 οικοδομούνται τρεις εκκλησίες. Πρόκειται για τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο του Λουτρακίου, τον Άγιο Αθανάσιο Λαύκας και τη Μεταμόρφωση Σωτήρος Ζεμενού. Ο πρώτος, τρίκλιτη βασιλική που ανοικοδομήθηκε το 1933, είναι εξαιρετικά αγιογραφημένος, προκαλεί δε ιδιαίτερη εντύπωση η επιβλητική τοιχογραφία της Πλατυτέρας. Ο δεύτερος, μητρόπολη του χωριού, είναι βασιλική με πελεκητή λιθοδομή ενώ το εσωτερικό του παρουσιάζει ενδιαφέρον αφ’ ενός για το διάκοσμο του τέμπλου, αφ’ ετέρου για τις αγιορείτικες εικόνες του και τον κρυστάλλινο πολυέλαιό του. Τέλος, ο τρίτος χτίστηκε στο μέρος όπου μόνασε 10 χρόνια ο Όσιος Λουκάς ο Στειριώτης, έχει σχήμα σταυρού, είναι μονόκλιτος με κεραμοσκεπή στέγη, οι τοίχοι του έχουν κατασκευαστεί με λαξευτό πωρόλιθο, τα παράθυρα είναι μονόλοβα τοξωτά, το τέμπλο του ξυλόγλυπτο επιπεδόγλυφης τεχνικής ενώ βόρεια του ναού σώζεται ένα αυτόνομο, διώροφο, πώρινο καμπαναριό με χρονολογία 1889. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, χτίζονται άλλες τρεις εκκλησίες. Είναι οι Άγιοι Απόστολοι Μπολατίου, που ανοικοδομήθηκε εκ θεμελίων το 1961, η Αγία Τριάδα Κρυονερίου η οποία ξεχωρίζει για το μαρμάρινο τέμπλο της και τέλος ο Άγιος Δημήτριος Βελίνας με το ιδιαίτερο ξυλόγλυπτο τέμπλο του. Αρχές του αιώνα μας, οικοδομείται ο Άγιος Γεώργιος Κλημεντίου, μητροπολιτική εκκλησία με εξαιρετικής τέχνης τέμπλο, αλλά και η επιβλητική μητρόπολη του Ξυλοκάστρου ο Άγιος Βλάσιος. Η τελευταία χτίστηκε στα θεμέλια παλαιότερου ναΐσκου, που είχαν χτίσει οι Νοταράδες. Αποτελεί ενδιαφέρον δείγμα κλασικίζουσας εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής με θαυμάσιες τοιχογραφίες βυζαντινής παλαιολόγειας τεχνικής. Ο ρυθμός της είναι δρομική βασιλική με τρούλο οκτάπλευρο, ψηλό με κυλινδρικές οροφές και επιβλητικούς κιονίσκους. Στη διάρκεια του αιώνα μας, χτίστηκαν εκκλησίες και Μονές σε όλο το νομό, από τις οποίες μπορούμε να ξεχωρίσουμε, κυρίως λόγω της αθρόας προσέλευσης πιστών, την Παναγιά τη Γιάτρισσα στο Λουτράκι, που χτίστηκε προς τιμήν της θαυματουργής εικόνας, τον Όσιο Πατάπιο, επίσης στο Λουτράκι, τη Μονή του Αγίου Αθανασίου στην Πουλίτσα, τη Μονή Παναγία Πάντων Χαρά στο Ζευγολατειό αλλά και τη Μονή του Αγίου Δημητρίου στο Στεφάνι και των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Σούλι. Η θρησκευτική παράδοση στην Κορινθία διατηρείται ανά τους αιώνες και η οικοδόμηση λατρευτικών χώρων θα συνεχίζεται όσο η ανάγκη των κατοίκων και των επισκεπτών της, για προσέγγιση του Θείου, θα εξακολουθήσει να εκφράζεται μ’ αυτόν τον τρόπο.