korinthia.net
Δήμος Ξυλοκάστρου

Ζεμενό

Το χωριό είναι χτισμένο πάνω στις πλαγιές δυο πευκολόφων, οι οποίοι χωρίζονται με μια μικρή ρεματιά. Το Ζεμενό το έχτισαν οι Σλάβοι, πιθανά στο τέλος του 8ου αιώνα.
Την ονομασία του την πήρε από τη λέξη SEMENT (στενό), διότι πράγματι το χωριό κτίστηκε ανάμεσα σε δύο λόφους, ή από το "Ζαμένω" (πλούσια διαμονή), ή από το "ζα-μενής" (πολύ ανδρείος).
Στην αρχαιότητα, κοντά στο σημερινό Ζεμενό, βρισκόταν η αρχαία κώμη "Δειραί" της Σικυώνας. Θα πρέπει να την αναζητήσουμε νοτιοανατολικά της σημερινής τοποθεσίας "Τσούκας" και στη θέση που ονομάζεται "Κιάφες". Στη θέση αυτή υπάρχουν αρκετά αρχαιολογικά λείψανα (χτίσματα, τάφοι θολωτοί, κεραμίδια κλπ.), τα οποία μας πείθουν πως στην τοποθεσία αυτή υπήρχε κάποτε κάποια αρχαία κώμη. Στην τοποθεσία "Τσούκα", φαίνεται, να ήταν το οχυρό των αρχαίων Δειρών, όπου σήμερα υπάρχουν τείχη με ασύμμετρα λιθάρια προκλασσικής εποχής και χωρίς συνδετική ύλη. Στην τοποθεσία αυτή, το 1960, κάποιος χωρικός από το Ζεμενό, βρήκε άγαλμα χάλκινο μικρών διαστάσεων, μεγάλης αρχαιολογικής αξίας, το οποίο παρίστανε, ως φαίνεται, τον κεραύνιο Δία. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο της Κορίνθου. Μια έρευνα αρχαιολογική θα μπορούσε να δώσει πολλά ενδιαφέροντα αποτελέσματα, τα οποία θα έφερναν στο φως τη χαμένη, ίσως, κώμη των Δειρών που η καθίζηση και ο χρόνος την έχουν αφανίσει. Η περιοχή, στην αρχαιότητα, είχε πλούσια βλάστηση και πολλά νερά, τα οποία σήμερα στερείται. Από ένα υδραγωγείο που ανακαλύφθηκε και το οποίο έφθανε πέντε χιλ. από το Ζεμενό προς το Ξυλόκαστρο, καθώς και από τα πώρινα πετρώματα που αφθονούν στην περιοχή, βγάζουμε το συμπέρασμα ότι εδώ υπήρχαν αρκετά νερά και ότι έδιναν νερό και σ’ άλλες κώμες αρχαίες της Σικυώνας. Η κώμη αυτή των Δειρών, εξακολούθησε να υπάρχει με λίγους κατοίκους μέχρι την κάθοδο των Σλάβων στην Πελοπόννησο, που έγινε το 746, τους οποίους έφερε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος ο Ε΄, για να καλύψει τα κενά των επαρχιών που είχε εξολοθρέψει, τον ίδιο χρόνο, η πανούκλα. Λίγοι Σλάβοι ήρθαν και σε τούτη την κώμη και αναμίχθηκαν με τον τότε λίγο ελληνικό πληθυσμό. Οι Σλάβοι, φαίνεται, αργότερα εγκατέλειψαν την αρχαία κώμη και κατέβηκαν πιο χαμηλά, σε ευφορότερο μέρος όπου και έχτισαν νέο συνοικισμό στο χώρο που σήμερα υπάρχει το χωριό Ζεμενό. Ο καθηγητής Δ. Ζακυθηνός στη μελέτη του "οι Σλάβοι εν Ελλάδι και αι σλαβικαί τοπωνυμίαι", αναφέρει και το Ζεμενό ως σλαβική τοπωνυμία. Οι Σλάβοι, φαίνεται, γρήγορα απορροφήθηκαν από το ντόπιο ελληνικό στοιχείο, που γύρω στα 886, θεωρούσαν τον εαυτό τους ως Έλληνες και προσχώρησαν στο χριστιανισμό. Την εποχή αυτή, στο επάνω μέρος του χωριού, σε μια τοποθεσία όπου σήμερα υπάρχει ναός της "Μεταμορφώσεως του Σωτήρος", έχτισαν μεγάλο χριστιανικό ναό, του οποίου το όνομα δε γνωρίζουμε.
Στις αρχές του 10ου αιώνα, τόσο πολύ ήκμαζε το Ζεμενό ώστε ήταν και έδρα επισκοπής. Ο Ζακυθηνός γράφει: "Το Ζεμενό της Κορινθίας αναφέρεται ως επισκοπή (Ζημαινάς) εις το τακτικόν των χρόνων του Λέοντος του Σοφού και ως συνοικισμός εις τον Βίον του οσίου Λουκά του Στειριώτου." Πιθανότατα κοντά στο ναό που έχτισαν τον 9ο αιώνα να εδράσθηκε και η επισκοπή. Ο ναός από τα γλυπτά που σήμερα υπάρχουν εντοιχισμένα στο ναό του Σωτήρα που χτίσθηκε κοντά στον παλαιό, καθώς και από όσα βρίσκονται μαζεμένα στην εκκλησία της αγίας Κυριακής, φαίνεται να ήταν μεγαλοπρεπής και περικαλλής. (Για την καλλιτεχνική αξία των γλυπτών τούτου του βυζαντινού μνημείου, μίλησε ο Ν. Καλογερόπουλος στην Εταιρία Βυζαντινών Σπουδών, στις 9 Δεκεμβρίου του 1933). Ο βυζαντινός ναός, με τα θαυμάσια γλυπτά του, περιζώνονταν με μαντρότοιχο που είχε ύψος τεσσάρων μέτρων και γύρω στον περίβολο υπήρχαν πολλά κελιά για να μένουν οι μοναχοί. Τα κελιά σήμερα δεν υπάρχουν. Σώζεται μόνο η είσοδος που οδηγεί στην άλλοτε μονή και στο επάνω της μέρος υπάρχει μια μικρή πλάκα που φέρει ένα σταυρό και την επιγραφή "οι κτήτορες", τη χρονολογία "1884" και τα μονογράμματα των μαστόρων που ανακαίνισαν τον μαντρότοιχο. Δυστυχώς, στην αρχή του 20ου αιώνα, από την εγκατάλειψη και τις καθιζήσεις άρχισε να πέφτει ο παλαιός ναός, ο οποίος είχε χτισθεί στη θέση του Βυζαντινού ναού του 9ου αιώνα και τον οποίο κατεδάφισαν για να χτίσουν κοντά του το σημερινό ναό του Σωτήρος. Στη θέση του παλαιού ναού υπάρχει μόνο η άγια Τράπεζα, η οποία είναι καγκελλωμένη με σίδερα και χωμένο το αρκοσόλιό του. Όταν άνοιγαν τα θεμέλια του νέου ναού, βρέθηκε επιστήθιος σταυρός επισκόπου, ο οποίος φυλάσσεται στο Βυζαντινολογικό Μουσείο των Αθηνών.
Ο αυτοκράτορας Λέων ο Σοφός, βασίλευσε το 900 μ.Χ., στην εποχή του οποίου υπήρχε επισκοπή στο Ζεμενό. Το 906, γεννήθηκε ο όσιος Λουκάς, ο οποίος μόνασε στο Ζεμενό από το 926-937. Η επισκοπή Ζεμενού συνέχισε το έργο της μέχρι το 1205, όταν οι Φράγκοι κατέλαβαν το Μοριά. Από τον Ιούνιο του 1212, ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ΄, άρχισε να μεταβάλει την τάξη των μητροπόλεων και επισκοπών και να αντικαθιστά τους Έλληνες με Λατίνους κληρικούς. Ο λαός όμως του Ζεμενού και της γύρω περιοχής, αν και ακέφαλος από χριστιανό επίσκοπο, εξακολούθησε, μέσα σε τούτα τα δύσκολα χρόνια, να κρατάει ψηλά την πίστη του και την ορθοδοξία. Η επισκοπή του Ζεμενού εξακολούθησε να υπάγεται, όπως και νωρίτερα της Φραγκοκρατίας, στη μητρόπολη της Κορίνθου. Ο συναξαριστής μάς πληροφορεί ότι σ’ όλη τη μεσαιωνική περίοδο υπήρχαν στην Πελοπόννησο δέκα επισκοπές: Μονεμβάσιας, Ζεμινάς, Ρέοντος, Μαΐνης, Κυθήρων, Έλους, Ανδρούσης, Κορώνης και Μεθώνης. Το 1292, όταν ο τελευταίος από τους Βιλλεαρδουΐνους νικήθηκε στο Περλεπέ, αναγκάσθηκε να παραχωρήσει στο διοικητή Μιχ. Παλαιολόγο, τα φρούρια του Μιστρά, της Μάνης και της Μονεμβάσιας. Τότε άρχισε από τους βυζαντινούς και η ρύθμιση των εκκλησιαστικών ζητημάτων, που μέχρι τώρα τα ρύθμιζαν οι Λατίνοι. Η Λακεδαίμονα έγινε μητρόπολη και η Μονεμβάσια, που υπάγονταν στην Κόρινθο, από επισκοπή προήχθηκε σε αρχιεπισκοπή. Από ένα ιστορικό χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Β΄ του Παλαιολόγου, το οποίο σώζεται ακέραιο με αριθ. 1462 στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Αθηνών και ένα αντίγραφο τούτου στο Βυζαντινό Μουσείο, μαθαίνουμε τα προνόμια που δόθηκαν στο μητροπολίτη της Μονεμβάσιας. Ονομάσθηκε έξαρχος και θα έφερνε τον τίτλο "Παναγιώτατος", "εντός της επαρχίας του, έξω όμως ουδαμώς^ και ενδικτιώνος εν τοις γράμμασιν εγχαράττειν". Ο "Ανδρόνικος εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων", με το χρυσόβουλο τούτο υπήγαγε στο μητροπολίτη Μονεμβάσιας, μεταξύ άλλων, και τις επισκοπές Μαΐνης και Ζεμενού, για τις υπηρεσίες που προσέφερε στους πρόσφυγες Κορίνθιους, όταν καταλάβανε την Κόρινθο οι Λατίνοι. Οι πρόσφυγες τούτοι, έφθασαν στη Μονεμβάσια, όπου ο τότε επίσκοπος τους πρόσφερε τρόφιμα και στέγη. Το 1397, ο μητροπολίτης Κορίνθου Θεόγνωστος, διαμαρτυρήθηκε στο Πατριαρχείο, για τις δυο επισκοπές Μαΐνης και Ζεμενού, που εξακολουθούσαν να υπάγονται στην μητρόπολη της Μονεμβάσιας. Με πράξη του το Πατριαρχείο, την οποία βρήκε στη Βιέννη ο Δ. Πετρακάκος στον υπ’ αριθ. 48, 114 Β΄ Κώδικα, έλυσε τη διαφορά τούτη των μητροπόλεων. Η πράξη αυτή έλεγε ότι μετά το θάνατο του τότε μητροπολίτη Μονεμβάσιας Ακάκιου, θα υπαχθούν και πάλι οι επισκοπές Μαΐνης και Ζεμενού στη μητρόπολη Κορίνθου.
Μέσα απ’ αυτή την ιστορική και θρησκευτική δόξα της επισκοπής του Ζεμενού, δυστυχώς, τίποτα δεν έμεινε για να μας δείχνει την πνευματική της δράση στην περιοχή μας. Έγγραφα, βιβλία, χειρόγραφα, κλπ., τα πάντα καταστράφηκαν και μόνο λίγα γλυπτά, με την άριστη καλλιτεχνική τους αξία, έμειναν για να φανερώνουν τη μεσαιωνική δόξα του Ζεμενού.
Επί αυθέντιας του Νέριου Ατζαγιόλι (1366-1394) είναι πιθανό να εγκαταστάθηκαν Αλβανοί μισθοφόροι και στο Ζεμενό ως φρουρά αμύνης.
Ενετικός χάρτης της πρώτης περιόδου της Φράγκικης κατάκτησης, 1230, στην Κορινθία αναφέρει την Κόρινθο, τη Σικυώνα και το Ζεμενό.
Στην απογραφή του 1700 αναφέρεται το Ζεμενό με 16 οικογένειες.
Το 1886 είχε 288 κατοίκους. Το Ζεμενό έχει γραφικό ορίζοντα και άφθονα δασύλλια από πεύκα. Το πράσινο μέσα και έξω από το χωριό αφθονεί. Είναι κατάλληλο για παραθερισμό. Οι κάτοικοί του είναι πολύ εργατικοί και ασχολούνται περισσότερο με την αμπελουργία (καλλιέργεια σουλτανίνας). Υπάρχει δημοτικό σχολείο από το 1885. Το 1932 ιδρύθηκε συνεταιρισμός με την επωνυμία "Πιστωτικός γεωργικός συνεταιρισμός Ζεμενού". Στο επάνω μέρος του χωριού, κοντά στον άλλοτε βυζαντινό ναό του 9ου αιώνα, υπάρχει ο νέος ναός "της μεταμορφώσεως του Σωτήρος". Χτίσθηκε στην αρχή του 20ου αιώνα με εγχώριους λίθους και στον οποίο εντοίχισαν τα μεγάλης αξίας γλυπτά του παλαιού ναού.
Στερείται αγιογραφιών, είναι σταυρικός και υψηλός. Στο χωριό υπάρχει και ο καθεδρικός ναός της αγίας Κυριακής. Έξω από το Ζεμενό, υπάρχει το ερημοκλήσι άγιος Γεώργιος, στη θέση του οποίου ήταν άλλοτε το μοναστήρι του αγίου Προκοπίου. Το 1903 πέρασε από το Ζεμενό ο μεγάλος Ελβετός καλλιτέχνης Μπουασσονά ο οποίος, μαζί με τον καθηγητή της ιστορίας της Γενεύης Μπώ-Μπώ-βυ και τις κυρίες τους, έμειναν μια εβδομάδα στο Ζεμενό και αποθανάτισε τα γραφικά τοπία και τους ανθρώπους του χωριού με τις πολλές φωτογραφίες που έλαβε και τις οποίες έκθεσε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, κάνοντας γνωστό το Ζεμενό και τις ομορφιές του.
Το 1961, η εταιρεία "Αφοί Τυπάλδου Α.Ε." που είχαν δημιουργήσει την περίφημη κατασκήνωση στον πευκιά Ξυλοκάστρου, οργάνωσαν στο Ζεμενό τη "γιορτή του σταφυλιού". Η γιορτή είχε πολύ μεγάλη επιτυχία και πολλά ξένα άρθρα διαφημιστικά γράφτηκαν για το Ζεμενό.
Στους εθνικούς πολέμους φονεύθηκαν οι: Γ. Σαλάτας (1917), Παν. Γκίνης (1918), Χρ. Κολοβός, Β. Δέδες, Ιωαν. Σαλάτας, Κων. Ζαρρής, Κων. Σαλάτας (1922), Χρ. Χατούπης, Γ. Σωτηρίου, Δημ. Γεωργίου, Παν. Σκίπης (1940). Οι Γερμανοί φόνευσαν άδικα τους Δ. Κορωνιώτη, Ν. Κορωνιώτη, Αρ. Κορωνιώτη, Ι. Κανέλλο, Κ. Χρ. Χατούπη, Α. Γκίνη, Θ. Καμπάρδη, Γ. Γκίνη.
Ιερείς στο χωριό υπηρέτησαν οι: Ι. Σκίπης, Π. Κορωνιώτης, Δημ. Κορωνιώτης, Ανδρ. Σιορφανές, Σπ. Σαλάτας, Ανδρ. Παπανδρέου, Δημ. Παπαδημητρίου.
Ως πρόεδροι υπηρέτησαν οι: Κ. Δ. Τουμπανάκης, Βλ. Κορωνιώτης, Ηλ. Τουμπανάκης, Γ. Καρατζούλης, Χρ. Ζαφειρόπουλος, Βλ. Σαλάτας, Ν. Σιορφανές, Κ. Καμπάρδης, Ανδρ. Σιορφανές, Κων/νος Τουμπανάκης.
Σήμερα το χωριό το εκπροσωπεί στο δήμο Ξυλοκάστρου το τοπικό συμβούλιο που το αποτελούν οι: Κων/νος Τουμπανάκης (δημοτικός σύμβουλος), Θεόδωρος Καμπάρδης - Παναγιώτης Γκίνης - Βλάσιος Σαλάτας και Ευαγγελία Κορωνιώτη.
Παλαιότερα υπήρχε στο χωριό "Σύλλογος αγροτοπαίδων" ο οποίος ασχολούνταν με δενδροφυτεύσεις και πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Σήμερα υπάρχει ο "Πολιτιστικός Σύλλογος Γυναικών" με αξιόλογη δράση. Πρόεδρος είναι η Παναγιώτα Τουμπανάκη, γραμματέας η Γεωργία Σωτηροπούλου, ταμίας η Αλεξία Πάνου και μέλη: Αναστασία Κορωνιώτη, Γεωργία Κορωνιώτη, Όλγα Λόλου και Ευφροσύνη Τουμπανάκη.
Επίσης μεγάλη βοήθεια στο χωριό προσφέρει και ο "Σύλλογος των εν Αθήναις Ζεμενιτών" με πρόεδρο το Χρήστο Χατούπη, αντιπρόεδρο τη Βέρα Τουμπανάκη, ταμία τον Ιωάννη Ζωγράφο και μέλη Σοφία Ζάρκου, Μαρία Χατούπη, Αναστάσιο Γκίνη, Χρήστο Γκίνη.
Το σχολείο του χωριού ιδρύθηκε το 1885 και ανακαινίστηκε το 1935. Σπουδαίο στολίδι του Ζεμενού είναι και ο καθεδρικός ναός της αγίας Κυριακής που χτίστηκε με δαπάνες των Ζεμενιτών, σε σχέδιο του μηχανικού Γ. Βαλάτα. Ο ναός είναι κατασκευασμένος με εγχώριους εντυπωσιακούς πωρόλιθους, είναι σταυρικός και έχει τρούλο πλατύ και χαμηλό, εξωνάρθηκα και εσωνάρθηκα, που χωρίζεται από τον κύριο ναό με τρία τόξα.
Φρεντ Μπουασονά
Η σχέση του Ελβετού Φρεντ Μπουασονά (1858-1946) με την Ελλάδα γεννήθηκε από μία πρόταση του Σκωτσέζου λόρδου Νάπιερ, ο οποίος του παρήγγειλε να φωτογραφίσει τον Παρνασσό, εντυπωσιασμένος από τις αλπικές φωτογραφίες που είχε ήδη τραβήξει ο Μπουασονά. Στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, ο Φρεντ Μπουασονά είχε γίνει διάσημος για τις φωτογραφίες του στο Λευκό Όρος, με τις οποίες παρουσίασε την ορθοχρωματική πλάκα. Ήταν μια καινοτομία. Χάρη σ’ αυτή, μπορούσε να ξεχωρίσει το λευκό (του χιονιού) από το κυανούν (του ουρανού), μπορούσε δηλαδή να "ξακρίσει" τις κορυφογραμμές χωρίς ρετουσάρισμα. Οι φωτογραφίες των Άλπεων μπορεί να του άνοιξαν το δρόμο για το γύρο της κλασικής Ελλάδας, αλλά ο ίδιος ο Μπουασονά ήταν ήδη συγκινησιακά, ιδεολογικά και αισθητικά κοινωνός της ελληνικής ιδέας, εξιδανικευμένης, φυσικά, μέσα στους κόλπους του πατροπαράδοτου ελβετικού φιλελληνισμού. Σήμερα, οι περίπου 6.000 ελληνικές φωτογραφίες του Μπουασονά (μέρος ενός αρχείου 150.000 λήψεων) έχουν μυθοποιήσει τα ταξίδια του στην Ελλάδα ανάμεσα στο 1903 και το 1928.
Ο Φρεντ Μπουασονά υπήρξε από τους ελάχιστους ξένους φωτογράφους που έστρεψαν το φακό τους σε όλες τις πτυχές της ελληνικής κοινωνίας.
Φωτογράφισε τη φύση, τα μοναδικά τοπία της ελληνικής υπαίθρου, τα αρχαία μνημεία, την αστική ζωή των πόλεων. Ανεκτίμητες είναι οι σκηνές των δρόμων της Αθήνας του 1919, όπως και οι εξαιρετικά δραματικές λήψεις της ζωής στην ύπαιθρο.
Από το Ζεμενό πέρασε το 1905 μαζί με το συνοδοιπόρο του Ντανιέλ Μποβί. Οι φωτογραφίες που τράβηξε στο Ζεμενό ήταν η αιτία να γίνει γνωστό το μικρό αυτό χωριό σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Ο Μπουασονά ήταν γόνος μιας φωτογραφικής δυναστείας. Οι Μπουασονά στράφηκαν στη φωτογραφία όταν η ωρολογοποιία είχε αντιμετωπίσει μια σοβαρή κρίση. Η φωτογραφία ήταν το επάγγελμα του μέλλοντος και στα 1860, ο πατέρας του Φρεντ Μπουασονά άνοιξε στη Γενεύη το πρώτο φωτογραφείο με την επωνυμία της οικογένειας (το φωτογραφείο αυτό λειτουργούσε μέχρι το 1968). Ο Βενιζέλος ήταν θαυμαστής της τέχνης του Μπουασονά, είχε διευκολύνει τα ταξίδια του και είχε συμπεριλάβει αρκετές φωτογραφίες του στη φωτογραφική έκθεση για την τουριστική προβολή της Ελλάδας το 1919 στο Παρίσι.