korinthia.net
Δήμος Ξυλοκάστρου

Κορφιώτισσα

Είναι ένα γραφικό χωριό στην ορεινή Κορινθία. Η παλαιότερη ονομασία του ήταν Κούτσι. Σήμερα το χωριό ανήκει στο Δήμο Ξυλοκάστρου. Βρίσκεται σε υψόμετρο 710 μέτρων 9,5 χλμ. νότια του Κάτω Λουτρού, στην ανατολική πλευρά του Πιτσαδαίικου όρους. Έχει περίπου 150 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία. Βορειοδυτικά του χωριού, στις περιοχές "Κατουνίστρες" και "Παλιόκαστρο" έχουν βρεθεί ίχνη πρόχειρων τάφων πολύ παλιάς εποχής. Στο πλάτωμα του Παλιοκάστρου, από τις μεγάλες πέτρες που έχουν απομείνει, φαίνεται ότι εκεί υπήρχε ένα κάστρο το οποίο πιθανόν να ανήκε στη γειτονική Πελλήνη. Σχετικός μύθος λέει ότι από εκεί περνούσε ο δρόμος από την Αρχαία ¨Πελλήνη προς τον ναό της Ήρας που απ' ότι φαίνεται υπήρχε στη γειτονική ράχη "Κρολουζί". Στη γύρω περιοχή υπάρχουν πολλές σπηλιές, φυσικές και τεχνητές, στις οποίες έχουν βρεθεί αγάλματα, αγγεία, πίνακες, δακτυλίδια, νομίσματα κ.ά. του 7ου, 6ου και 5ου π.Χ. αιώνα. Κατά τον Α. Ορλάνδο, οι σπηλιές αυτές ήταν αφιερωμένες στις Νύμφες και στον θεό Πάνα, ίσως και στη θεά τοκετών Ειλείθυιαν. Σύμφωνα με τις διηγήσεις των παλαιοτέρων, οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού ήταν δύο αδέλφια, ο Μήτρος και ο Γιωργάκης, οι οποίοι κατά το 1740 - 1750 ήρθαν από το Κούτσι της Ηπείρου μαζί με τις οικογενειές τους και τα γιδοπρόβατά τους και εγκαταστάθηκαν στο κάτω μέρος του σημερινού χωριού που ο ονόμασαν "Βαρ-Γιάννη" (μνήμα του Γιάννη). Εκεί κατασκεύασαν πρόχειρα σπίτια και έβοσκαν τα κοπάδια τους στη γύρω περιοχή που ανήκε στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου (Μετόχι του Μεγάλου Σπηλαίου), που ήδη είχε αρχίσει να παρακμάζει. Ο Γιωργάκης "Κουτσιώτης", όπως τους έλεγαν οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών και καθιερώθηκε σαν επίθετο, είχε τρεις κόρες τις οποίες πάντρεψε και πήρε κοντά του τους γαμπρούς. Ο Μήτρος είχε ένα γιο, το Γιαννάκη, ο οποίος φαίνεται πως ήταν παντρεμένος. Ένας από τους γαμπρούς του Μήτρου, ο Μαργαρίτης από το Γελίνι, σκοτώθηκε από ένα απόσπασμα των Πετμεζαίων, επειδή αρνήθηκε να τους δώσει το καλύτερο τραγί του όταν του το ζήτησαν. Αυτό ήταν αφορμή να έρθουν σε σύγκρουση οι Κουτσιώτες με τους Πετμεζαίους και επειδή οι τελευταίοι ήταν πιο ισχυροί σκότωσαν μερικούς από τους πρώτους και τους άρπαξαν τα κοπάδια. Επειδή στο μέρος που εγκαταστάθηκαν αρχικά οι Κουτσιώτες υπήρχαν πολλά κουνούπια, μετά από λίγα χρόνια, έχτισαν σπίτια πιο πάνω στην πλαγιά του βουνού, εκεί που είναι σήμερα η πάνω γειτονιά. Σε λίγα χρόνια το χωριό πήρε τη σημερινή του μορφή. Αργότερα οι Κουτσιώτες άλλαξαν επώνυμο και, σαν απόγονοι του Γιάννη, ονομάστηκαν Γιαννόπουλοι.
Σε μια μαγευτική πλαγιά, στα ανατολικά του Πιτσαδαίϊκου βουνού, είναι χτισμένο το Κούτσι. Έχει ανοιχτό ορίζοντα και θαυμάσια θέα. Αγνάντια έχει τον Κορινθιακό από το Ξυλόκαστρο μέχρι την Περαχώρα, τα Καλά Νησιά, τις Αλκυονίδες και τον Παρνασσό. Μέχρι το 1922 αποτελούσε μία κοινότητα μαζί με το Τσερεγούνι (Βρυσούλες). Αργότερα, με Διάταγμα της 9.9.1927 μετονομάστηκε σε κοινότητα Κορφιωτίσσης, με έδρα τον οικισμό Κορφιώτισσα.
Η ζωή του χωριού έχει αρχίσει από τα παλιά τα χρόνια. Γεωγραφικά βρίσκεται πολύ κοντά στο χωριό Ζούγρα που έχει προσδιοριστεί ως θέση της αρχαίας Πελλήνης. Δείγματα ζωής διαφόρων εποχών είναι οι τάφοι που έχουν βρεθεί στις τοποθεσίες "Κατουνίστρες" και "Παλαιόκαστρο". Το "Παλαιόκαστρο" είναι ένα πλάτωμα πάνω σε βραχώδη περιοχή βαθιάς χαράδρας του ποταμού Κριού, που χωρίζει ανατολικά το βουνό της Παναγίας. Από το πλάτωμα αυτό φαίνεται ο Κορινθιακός από την Κόρινθο μέχρι το Αίγιο και δεσπόζει της γύρω περιοχής. Οι μεγάλες πέτρες που έχουν απομείνει ολόγυρα, δείχνουν πως πράγματι ήταν χτισμένο κάποιο κάστρο. Επίσης στη ράχη "Κρολουζί" υπάρχουν ίχνη κτισμάτων που η παράδοση λέει πως υπήρχε ναός της Ήρας. Κούτσι στα αρβανίτικα σημαίνει κουτάβι. Κούτσι λέγεται και ο ψηλός τόπος, η κορυφή. Κούτσι είναι και κυριώνυμο (του Κούτση).
Οι Κούτσιοι ήταν μεγάλη φυλή, γειτονική των Κλεμέντι, στη βόρεια Αλβανία. Το σπουδαιότερο φρούριο των Κούτσι είναι το MEDUN στα βορειοανατολικά του Τιτογκράντ (Ποδογκορίτσα) εντός της κοιλάδας του ποταμού Μόραβα. Το MEDUN είναι το Μέτεον, Ελληνική αποικία στην επίκαιρο θέση του δρόμου από την Αδριατική προς τη Σερβία και αποτέλεσε το μήλον της έριδος Βενετών και Τούρκων (κατελήφθη το 1456 από τους Τούρκους). Στα Αλβανικά Κούτσι σημαίνει και ο κατεξοχήν μεγάλος, ο ανυπέρβλητος. Οι Κούτσιοι περιλαμβάνουν οικογένειες Σερβικές και Αλβανικές. Οι Κλεμέντι ήταν εχθροί των Σλαβικών οικογενειών των Κούτσι. Ο βυζαντινός ιστορικός Κίνναμος ονομάζει τους Κούτσι Καντζίκιους. Οι Κούτσιδες ήσαν από τους σπουδαιότερους μισθοφόρους του Νερίου και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μεταξύ 1367-1373 ως φρουρά αμύνης. Το Κούτσι Αργολίδος είναι πολύ πιθανόν να προήλθε από το ομώνυμο της Κορινθίας γύρω στα 1399.
Το έτος 1537-1540 οι Αλβανικές φυλές των Κούτσι, Παναρίτη, Μουζίκη, Κριεμπάρδη, πολέμησαν στο πλευρό των Ενετών εναντίον των Τούρκων στο Ναύπλιο.
Στη περιοχή της Κορφιώτισσας βρέθηκαν κατά καιρούς μικρά φράγκικα νομίσματα αλλά και Κωνσταντινάτα. Σε μια καμπάνα του κωδωνοστασίου του Αγίου Νικολάου διαβάζουμε τη χρονολογία 1191. Το χωριό έχε υψόμετρο 710 μ. και το κλίμα είναι ξηρό και πολύ υγιεινό. Πάνω από το χωριό αρχίζει δάσος με θάμνους (πουρνάρια, φάνες, κέδρα, πεύκα), που εκτείνεται ως τη Σωτήρα 1.100 μ., την ψηλότερη κορυφή του Πιτσαδαίϊκου βουνού. Το δάσος, θαυμάσιο στολίδι της περιοχής, κατά διαστήματα εναλλάσσεται με γυμνούς κυματιστούς λόφους, γραφικές ρεματιές και όμορφες πλαγιές προσφέροντας μοναδικό θέαμα. Από ’κει μπορεί κανείς ν’ απολαύσει καταπληκτική ανατολή και ηλιοβασίλεμα και να απολαύσει τις αποχρώσεις που καθρεφτίζονται στα νερά του Κορινθιακού.
Ο Αντώνης Μηλιαράκης στο βιβλίο του "Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία του νομού Αργολιδοκορινθίας" το 1886, αναφέρει: Τα χωριά Κούτσι, Τσερεγούνι, Πιτσά Άνω και Κάτω, Λουτρό και Λούζι "οικούνται εξ Αλβανών".
Δυτικά από το Παλιόκαστρο και στη βραχώδη περιοχή απέναντι από τον Κορινθιακό, στη θέση "Κουκουγιέρες" (κουκουγιέρα=ύψωμα από πέτρες), υπάρχουν αρκετές σπηλιές οι οποίες τα παλιά τα χρόνια ήταν τεμένη πιστών και καταφύγια. Σ’ αυτές τις σπηλιές κατά καιρούς βρέθηκαν πολλά αγάλματα και άλλα αντικείμενα αρχαιολογικής αξίας. Το έτος 1941, ντόπιοι, μπήκαν μέσα στη σπηλιά που είναι κάτω από τη μεσαία Κουκουγιέρα με φανάρια και βρήκαν αρκετά αγάλματα και αγγεία του 5ου, 6ου και 7ου αιώνα π.Χ. Όμοια υπάρχουν στα μουσεία Σικυώνος, Κορίνθου και Αθηνών. Το 1970 έγινε εισβολή αρχαιοκαπήλων με σύγχρονα μέσα (γεννήτριες, εργαλεία) που πήραν κατά μαρτυρίες των χωριανών, περίπου 100 σπουδαία κομμάτια μεγάλης αξίας.
Σε μικρή απόσταση από τις "Κουκουγιέρες" υπάρχει και η σπηλιά του Σαφτουλή. Αυτή εξερευνήθηκε από αρχαιολόγους και τα ευρήματα φυλάσσονται στα μουσεία Αθηνών, Κορίνθου και Σικυώνος, με την ένδειξη "από το σπήλαιο Πιτσών". (Λεπτομέρειες στη σελίδα ).
Εντύπωση προκαλούν οι πολλές σπηλιές που υπάρχουν. Η σπηλιά του "Γκολέμη" κοντά στην "Περγουλιά", που έχει μέσα σταλακτίτες. Το "Παλαμήδι" κοντά στις "Κουκουγιέρες", σπηλιά μικρή με πολύ βάθος. Σε μικρή απόσταση, η "Μουγκρισμένη" που όλο μουγκρίζει μέσα. Ρίχνεις πέτρα και δε φθάνει πουθενά, την ακούς ώρες να κατρακυλά. Κοντά στο χωριό υπάρχει ένα μεγάλο φαράγγι (της "Φόνισσας") που έχει μήκος 1.500 μ. και βάθος που δεν έχει υπολογιστεί.
Πολλές ομάδες ορειβατών προσπάθησαν να το περάσουν αλλά δεν τα κατάφεραν γιατί είναι σκοτεινό και γεμάτο επικίνδυνες στέρνες, τα "βουλιάκια" όπως τα λένε. Σε μερικά σημεία τρυπά σαν σήραγγα το βουνό το Λουτραίϊκο ως βουνό της Παναγίας της Κορυφής. Το φαράγγι είναι γεμάτο από αγριοπερίστερα και πολύ επιβλητικό. Είναι ένα αριστούργημα της φύσης.
Στους Εθνικούς αγώνες 1912-1922 σκοτώθηκαν οι: Σταύρος Πανουτσόπουλος, Νικόλαος Αναστασόπουλος και το 1940 ο Βασίλης Κελάρης του Κων/νου. Στον εμφύλιο πόλεμο 1947-1949 σκοτώθηκε στο Βίτσι ο πρώτος αεροπόρος του χωριού, ανθυποσμηναγός Κων/νος Πανουτσόπουλος.
Από την Κορφιώτισσα ξεκίνησε ο πρώτος αντάρτης της ομάδας ΕΔΕΣ του Ζέρβα, Ιωάννης Πανουτσόπουλος ή Καπετάν Ζήριας ή Γκιοζαΐτης, με την ομάδα του από την Γκιόζα. Κατά τη γερμανική κατοχή και αργότερα, είχε εδώ το αρχηγείο του το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Το χωριό κάηκε από τους Γερμανούς στις 2 Αυγούστου του 1944. Αυτόπτης μάρτυρας του φρικιαστικού αυτού γεγονότος, ήταν ο μετέπειτα δάσκαλος Βασίλης Δημ. Γιαννόπουλος, που στο βιβλίο του "Το χωριό μου Κορφιώτισσα ή Κούτσι" αναφέρει για το κάψιμο του χωριού.
"Στις 2 Αυγούστου του έτους 1944, κατά τις 9 το πρωί, ακούσαμε την καμπάνα του χωριού και του αγίου Νικολάου να χτυπάνε, προειδοποιώντας μας ότι έρχονται οι Γερμανοί. Λέγεται ότι ήταν μαζί τους και Έλληνες των ταγμάτων ασφαλείας και μάλιστα πατριώτες και Λυκοποραίοι. Ότι ήταν και Έλληνες μαζί τους, είναι γεγονός αναμφισβήτητο, αν όμως ήταν οι προαναφερόμενοι δεν έχει εξακριβωθεί. Για τους Λυκοποραίους είναι κοινό μυστικό.
Πριν προλάβουμε να συνειδητοποιήσουμε το γεγονός, είδαμε καπνό στην εκκλησία της Ανάληψης και ακούστηκαν οι πρώτες τουφεκιές. Οι περισσότεροι άντρες και αρκετά παιδιά ήταν στα κτήματα γιατί ήταν εποχή που έφτιαχναν τα αλώνια για το άπλωμα της σταφίδας. Όσοι όμως ήταν στο χωριό, έτρεξαν στα ρέματα κι από ‘κει όσο μακριά μπορούσαν για να μην τους βρουν οι Γερμανοί . Η Ανάληψη κάηκε πρώτη και άρχισαν με σειρά από το κάτω μέρος του χωριού, να καίνε τα σπίτια. Με αρκετούς πατριώτες είχα περάσει απέναντι στην "Πέρα Μεριά" προς το βουνό της Παναγίας και από ‘κει βλέπαμε πολύ καλά την πρωτόγνωρη καταστροφή. Η περιοχή του χωριού γέμισε καπνούς και πύρινες γλώσσες που υψώνονταν αχόρταγα κατατρώγοντας τον κόπο και το μόχθο πολλών χρόνων και ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Σποραδικά ακούγονταν και τουφεκιές που τις έριχναν σ’ όσους δεν πρόλαβαν να φύγουν.
Το απόγευμα, αφού κουράστηκαν να καίνε, έφυγαν αφήνοντας πίσω τους θύματα και χαλάσματα που ακόμα καίγονταν. Δειλά - δειλά και με πολλές προφυλάξεις, γυρίσαμε στον τόπο της καταστροφής. Το θέαμα ήταν τρομερό και φριχτό. Γυναίκες σκοτωμένες στο δρόμο, άλλες μέσα στις αυλές τους, άλλες μισοκαμένες και δύο άλλες με δύο μικρά παιδιά, καμένες και καταπλακωμένες στα συντρίμμια ενός σπιτιού που ακόμα καιγόταν.
Τα θύματα ήταν πολλά. Ο τραγικός απολογισμός ήταν δώδεκα νεκροί, μια γυναίκα τραυματίας και 55 από τα 60 σπίτια του χωριού στις φλόγες.
Χτυπημένες με σφαίρα: 1. Κατερίνα Αναστασοπούλου του Γιάννου, 2. Μαρία Πανουτσοπούλου του Γεράσιμου, 3. Ασπασία Γιαννοπούλου του Παναγάκου, 4. Δέσπω Πανουτσοπούλου του Βασίλη, 5. Παναγούλα Γιαννοπούλου του Ηλία, 6. Βασιλική Πανουτσοπούλου του Νικολάκη, 7. Πάνω στο κρεβάτι του στην αυλή, ψήθηκε από τις φλόγες ο άντρας της Νικολάκης Πανουτσόπουλος του Χρήστου, 8. Διαμάντω Κελλάρη του Βασίλη και τέσσερις που κάηκαν μέσα στο σπίτι και καταπλακώθηκαν από τους τοίχους και τη σκεπή του σπιτιού του Βασίλη Αναστασόπουλου: 9. Φωτεινή Βαλιμήτη του Αντρέα, 10. Νικολίτσα Αναστασοπούλου του Βασίλη και τα παιδιά της 11. Σωτήρης και 12. Σπύρος. Η Βιολέτα Γιαννοπούλου του Βασίλη είχε τραύμα στο λαιμό από βλήμα. Ήταν ζωντανή.
Εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς σε ποια θέση τραγική βρέθηκαν οι χωριανοί. Δε θ’ ασχοληθώ με το πώς φρόντισε ο καθένας να βολευτεί μετά τη φοβερή καταστροφή.
Μετά την απελευθέρωση δόθηκε η ευκαιρία να χτιστούν πάλι τα σπίτια τους τα οποία τώρα έγιναν όμορφα και σύγχρονα με ανέσεις, κήπους και λουλούδια. Όταν έγινε ο αυτοκινητόδρομος, έφτασε το ηλεκτρικό ρεύμα, έγινε υδροδότηση, άλλαξε η όψη του χωριού. Έγινε τόπος παραθερισμού και πολλές οικογένειες από πόλεις ανεβαίνουν το καλοκαίρι για διακοπές και μάλιστα μερικοί έφτιαξαν σπίτια δικά τους.
Ένας απ’ αυτούς είναι ο πολιτικός Λεωνίδας Κύρκος, ο οποίος με καμάρι λέει πως το Κούτσι είναι το χωριό του και πολλά έχει προσφέρει σ’ αυτό".
Οι πρώτοι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία. Μετά άρχισαν να καλλιεργούν κριθάρι, σιτάρι, όσπρια και ελιές. Αργότερα ασχολήθηκαν με την αμπελουργία. Ο Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής (1770-1855) στα "Ελληνικά" του για τα χωριά της Κορινθίας, γράφει για το Κούτσι: "Προϊόντα, κριθή, όροβος, κύαμοι".
Πολιούχος του χωριού είναι ο άγιος Σπυρίδωνας του οποίου ο ναός κτίστηκε περίπου το 1860. Ήταν μια μικρή εκκλησία με γυναικωνίτη, γραφική και πολύ όμορφη. Όμως το 1933, γκρέμισαν το ιερό, το γυναικωνίτη και το δυτικό τοίχο και την έκτισαν πιο μεγάλη.
Από το 1987 άρχισε να κτίζεται η νέα εκκλησία του χωριού στη μνήμη της Παναγίας επειδή ο άγιος Σπυρίδωνας ήταν στο επάνω μέρος του χωριού και έπεφτε μακριά για τους κατωμαχαλίτες. Το οικόπεδο το διέθεσε ο Γιώργος Πανουτσόπουλος του Παναγή. Οι εργασίες έγιναν συντονισμένες και με εράνους, δωρεές και επιχορηγήσεις, βρέθηκαν τα χρήματα και σε πολύ μικρό διάστημα ολοκληρώθηκε η κατασκευή. Είναι μια συμπαθητική εκκλησία χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο και εξεζητημένο.
Η Ανάληψη είναι χτισμένη ΒΔ του χωριού σε υψόμετρο 850 μ. σε μια μαγευτική τοποθεσία. Χτίστηκε προπολεμικά από τον Γιάννη Πανουτσόπουλο του Χρήστου, σχολάρχη, που διάλεξε ο ίδιος την ωραία αυτή τοποθεσία. Φιλοδοξούσε να γίνει μια όμορφη εκκλησία και γι’ αυτό ξόδεψε αρκετά χρήματα. Ο πόλεμος και η κατοχή δεν επέτρεψαν το τέλειωμά της κι έμεινε μισοφτιαγμένη. Το 1960 οι κάτοικοι του χωριού φρόντισαν να την επισκευάσουν και το 1969 έγιναν τα εγκαίνια από το μητροπολίτη Κορινθίας Παντελεήμονα.
Για τον άγιο Νικόλαο, την πιο παλιά και αξιόλογη εκκλησία του χωριού, ο δάσκαλος Βασίλης Γιαννόπουλος μας αναφέρει:
"Ο άγιος Νικόλαος είναι η πιο αξιόλογη εκκλησία του χωριού. Βρίσκεται στο ανατολικό μέρος στην κορυφή ενός χωματόλοφου με πολύ ωραία θέα. Παλιά ήταν μοναστήρι, μετόχι του Μ. Σπηλαίου ή της Αγίας Λαύρας. Κανείς δεν ξέρει από πότε χρονολογείται. Στην καμπάνα του υπάρχει χρονολογία 1240. Ήταν κτισμένο στη μέση πυκνού δάσους από πεύκα και δέντρα (είδος βελανιδιάς) και γύρω του είχε πολλά κελιά. Το ασφάλιζε πέτρινη μάντρα που έκλεινε με σιδερόπορτα. Είχε στην κατοχή του μεγάλες εκτάσεις που καλλιεργούσε και χιλιάδες γιδοπρόβατα, πολλά άλογα και βόδια και αρκετά μελίσσια.
Ήταν πλούσιο μοναστήρι και διατηρούσε πολλούς καλόγερους. Στα δυτικά λειτουργούσε κεραμιδοποιείο, εκεί που σήμερα λέγεται "Κεραμίδα". Το χώμα (ασπριά και κοκκινιά) είναι χωρίς πέτρες και κατάλληλο γι’ αυτό το σκοπό. Κοντά του υπήρχε άφθονο νερό στην "Παλιοκκλησιά" και στο "Λιβάδι" και μπόλικα ξύλα από το δάσος για τα καμίνια τους. Ακόμη βρίσκονται πέτρινες σκαλιστές γούρνες που πότιζαν οι καλόγεροι τα ζώα τους και άλλες τέτοιες που κοπάνιζαν το σιτάρι για να γίνει αλεύρι. Οι πληροφοριοδότες θυμήθηκαν τη μεγάλη "κάδη" που πάταγαν τα σταφύλια για να βγάλουν μούστο και αρκετά άλλα αντικείμενα τα οποία χάθηκαν.
Η εκκλησία έχει θαυμάσιο ξυλόγλυπτο τέμπλο, εξαιρετικής τέχνης, το οποίο διατηρείται σε άριστη κατάσταση. Δυστυχώς δεν έχουν λάβει μέτρα προστασίας και φοβάμαι πως γρήγορα δε θα μείνει τίποτα. Ήδη έχουν κλέψει το σκαλιστό σταυρό του τέμπλου και ένα περιστέρι ξύλινο.
Κατά την ανακαίνιση, βρέθηκε μια πλάκα κάτω από το πλακόστρωτο, που παριστάνει ένα περιστέρι να κρατάει τη μύτη του σα να κλαίει. Γύρω από την παράσταση είναι μωσαϊκό με μικρές πετρίτσες σαν ψηφίδες που σχηματίζουν περίγραμμα. Σήμερα είναι εντοιχισμένη πάνω από την είσοδο της εκκλησίας και ακριβώς πάνω από το "χρυσό μυστρί" που χάραξε επιπόλαια ο σύγχρονος καλλιτέχνης που έριξε τα τσιμέντα. Αριστερά σ’ ένα αγκωνάρι είναι χαραγμένα τούρκικα μικρά γράμματα σαν είδος κειμένου και στους τοίχους βρέθηκαν μικρά πιθαράκια κτισμένα. Πιθανόν να χρησίμευαν για ηχεία.
Εκεί εκκλησιάζονταν οι πρώτοι κάτοικοι και εκεί έθαβαν τους νεκρούς τους. Έξω από την αυλή της εκκλησίας ήταν ένα παμπάλαιο δέντρο (το δέντρο του αϊ- Νικόλα) όπως το ’λεγαν. Υπήρχε, μέχρι το 1960 και από κει κρεμόταν η καμπάνα.
Ο κορμός του ήταν τόσο χοντρός, ώστε για να τον αγκαλιάσουν, έπρεπε να πιαστούν οκτώ άντρες με ανοιχτά χέρια. Κάτω από τα κλαδιά του υπήρχαν πολλά αγκωνάρια που σχημάτιζαν πεζούλια και εκεί, στον ίσκιο του αιωνόβιου δέντρου, κάθονταν τα τσοπανόπουλα και έπαιζαν φλογέρα, γυμνάζονταν, έκαναν κούνια και έπαιζαν "τρόκαλη" και "γουρνίδα", παιχνίδια που αναφέρονται σε άλλο κεφάλαιο.
Μου διηγόταν κάποτε ο παππούς μου, ο οποίος μέχρι το 1945 που έζησε, φορούσε ελληνική στολή και όχι "φράγκικα" και ήταν ο τελευταίος στο χωριό που έμεινε πιστός στην παράδοση μέχρι το θάνατό του.
"Μαζευόμαστε τσει κάτου στο Δέντρο τ’ αϊ-Νικόλα ούλα τα παιδιά του χωριού, τι παιδιά, γκοτζάμ νταβλαράδες και τσιούπες, ολόκληρες γυναίτσιες τσιαί γινόταν όρκος. Είχαμε κάτι μαυρογιδούλες τάχα να βοστσήσουμε τσιαί παίζαμε ούλη μέρα άμα δεν είχαμε άλλες δουλειές να κάνουμε. Άκακα, απονήρευτα όμως. Ρίναμε την τριχιά σε μια κλάρα του δέντρου τσιαί κάναμε κούνια. Είτε τσιούπα ήταν απάνου, είτε παιδί, εμείς οι πιο δυνατοί ασκοντάγαμε (σπρώχναμε) ώσπου να ‘ρθει η αράδα μας. Άμα βαριόμαστε την κούνια, αρχινάγαμε τη γουρνίδα, τον τρόκαλη, τη βοϊδάρα (παιχνίδι που έμοιαζε με διελκυστίνδα). Όγοιος έχανε, καθότανε τσιαί τον καβαλτσιέβαμε τσιαί μας πήγαινε σεργιάνι. Δεν είχαμε πονηράδα τσιαι τις τσιούπες τις λέπαμε σαν παιδιά. Ήταν άλλα χρόνια τότε!…" και συμπληρώνει ο α΄ πληροφοριοδότης:
"Εγώ δεν το θυμήθηκα το δάσος τ’ αϊ-Νικόλα αλλά το Δέντρο ήταν ακόμα φουντωτό. Το είχαμε σα σχολείο. Εκεί μαζευόντουσαν λογιών-λογιών καρύδια και ακούγαμε και γνωστικά πράματα και ένα σωρό άλλα. Εξόν από τα παιχνίδια, τα παραβγάζαμε στ’ απήδημα, στην πηλάλα και στη μέση (πάλη). Εκεί ήτανε και ένα μεγάλο λιθάρι που μονάχα ο Κώστας του Βασίλη του Γιαννόπουλου μπόρηγε να το σηκώσει. Κάποτε μαζευτήκαμε πολλοί εκεί και κοιτάγαμε (προσπαθούσαμε) να το σηκώσουμε αλλά δε μπορήγαμε. Τα κατάφερε όμως η γρια-Χρίσταινα του Πανούτσου. Τότε οι άντρες από τη ντροπή τους το τσιούλησαν (κύλησαν) κείθε κατά το ρέμα του Λιβαδιού".
Όταν το μοναστήρι ήρθε σε παρακμή, καταπατήθηκε η περιουσία του από τους Κλουτσινιωταίους και τους Κουτσιαίους. Άρπαξαν όλη την ακίνητη περιουσία του και πολύ λίγα σώθηκαν από τους καλόγερους που έφυγαν γι’ άλλα μοναστήρια παίρνοντάς τα μαζί τους. Ένα χάλκινο δοχείο βρισκόταν μέχρι τον πόλεμο του 1940 στο μοναστήρι του προφήτη Ηλία στη Ζάχολη.
Δυστυχώς παρόλες τις προσπάθειές μου να βρω κάτι συγκεκριμένο για το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, δεν τα κατάφερα. Παραμένει λοιπόν άγνωστο πότε ιδρύθηκε, αν ήταν μετόχι και τίνος άλλου μοναστηριού".
Πρώτος παπάς του χωριού ήταν ο παπα-Τζανάκης και μετά ο παπακαλόγερος Αργυρούλιας. Μετά ο παπα-Κιούσης, ο παπα-Καλλιμίτζος, ο παπα-Γιάννης (Ιγνάτιος Σταυρόπουλος), ιερομόναχος στην Παναγία την Κορφιώτισσα.
Σήμερα το χωριό το εκπροσωπεί στο δήμο Ξυλοκάστρου το τοπικό συμβούλιο που το αποτελούν οι: Πανουτσόπουλος Σωτήριος, Λυμπερόπουλος Βασίλειος και Αναστασόπουλος Παναγιώτης.
Παλαιές οικογένειες του χωριού είναι των Γιαννόπουλου, Αναστασόπουλου, Πανουτσόπουλου, Μισύρη, Λυμπερόπουλου, Βαλιμήτη, Δημόπουλου, Ταρνάρη, Πανούτσου.
Σύμφωνα με τις διηγήσεις των γεροντότερων του χωριού, το πρώτο σχολείο λειτούργησε το 1884 με πρώτο δάσκαλο τον παπακαλόγερο Αργυρούλια. Ακολούθησε ένας εξόριστος Μακεδόνας και μετά ο Ψαρός που δίδασκε στο Πάνω Λουτρό στα παιδιά και των δύο χωριών. Μετά από αυτόν ήρθε ο Σαλουστρόπουλος και ακολούθησαν ο Μαστέλος από τη Συκιά Ξυλοκάστρου και ο Λαζανάς από το Δερβένι. Κατόπιν ήρθε ο Θύμιος Καρακατσάνης από τον Πύργο Ζάχολης ο οποίος έμεινε πολλά χρόνια δάσκαλος των δύο χωριών Κούτσι- Τσερεγούνι. Το 1917 ήρθε δάσκαλος στο χωριό ο Νίκολης Πανουτσόπουλος. Τότε έγινε διθέσιο το σχολείο γιατί είχε πολλά παιδιά και μέχρι το 1923 δίδασκε μαζί με τον Ματσούκα και μετά με τον Κανελλόπουλο. Όταν χώρισαν οι κοινότητες το 1922, υποβιβάστηκε το σχολείο και έμεινε μόνος.