korinthia.net
Δήμος Ξυλοκάστρου

Κάτω Λουτρό

(Οικισμοί: Άνω Λουτρό, Κάτω Λουτρό)

Παραλιακό χωρίο βορειοδυτικά της Κορίνθου, κοντά στις εκβολές του ρεύματος Φόνισσα. Έχει 700 περίπου κατοίκους. Ανήκει στο Δήμο Ξυλοκάστρου. Το καλοκαίρι συγκεντρώνει πολλούς παραθεριστές οι οποίοι διαμένουν είτε σε ιδιόκτητες παραθεριστικές οικίες, είτε σε ενοικιαζόμενα δωμάτια ή διαμερίσματα. Στην κοινότητα του Κάτω Λουτρού υπάγεται και ο οικισμός ¶νω Λουτρό με 10 περίπου μόνιμους κατοίκους που βρίσκεται σε υψόμετρο 210 μέτρων. Το χωριό είναι παραλιακό και φημίζεται για τις όμορφες παραλίες του και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια για τους παραθεριστές.
Οι κοινότητες Κάτω και Άνω Λουτρού προήλθαν και οι δύο από τον τ. δήμο Ευρωστίνης. Το 1952 το Άνω Λουτρό έγινε ξεχωριστή κοινότητα με το Β.Δ. 10-3-1952 ΦΕΚ Α΄ 65 1952, αλλά καταργήθηκε τον ίδιο χρόνο και ενώθηκε με το Κάτω Λουτρό (Απόφ. ΣΕ 1804/1952). Το 1851 το Άνω Λουτρό στην απογραφή βρέθηκε να έχει 140 κατοίκους, ενώ το Κάτω Λουτρό δεν είχε χτιστεί ακόμα. Το 1886 το Κάτω Λουτρό είχε 266 κατοίκους και το Άνω 133. Το 1961 είχαν και τα δύο χωριά 512 κατοίκους και στην απογραφή 1971 το Κάτω 396 και το Άνω 8.
Το Λουτρό μνημονεύεται συχνά στις πηγές από την εποχή της Ενετοκρατίας και ύστερα. Το όνομά του οφείλεται στα θερμά λουτρά που υπήρχαν εκεί ή σε αρχαία ερείπια που οι ντόπιοι τα νόμισαν για λουτρά. Ο Pouqueville αναφέρει ότι στην εποχή του τα νερά των λουτρών είχαν εξαφανιστεί, αλλά έμεναν τα ερείπια από τις κτιριακές εγκαταστάσεις.
Ο Κούρτιος στο έργο που αναφέρουμε μάς πληροφορεί: "Άλλα ίχνη από την αρχαιότητα έχουν βρεθεί στο δρόμο προς τα όρια της Αιγείρας και συγκεκριμένα στο Λουτρό(ν), όπου τόσο το όνομα όσο και τα ερείπια λουτρών, επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι στα ρωμαϊκά χρόνια υπήρχε εδώ μια θερμή πηγή, που έκτοτε εξαφανίστηκε (στέρεψε) εξαιτίας σεισμών". Για τις θερμές του Λουτρού που χάθηκαν ο Κούρτιος παραπέμπει στον Virtel.
Τα ερείπια αυτά είναι στην τοποθεσία "ξερικά" πάνω από το δημοτικό αυλάκι. Υπήρχαν μέχρι το 1950.
Ο Αυστριακός αρχιδούκας Σαλβατόρ που περιηγήθηκε το 1874 την περιοχή γράφει για το Λουτρό:
Στις ακτές της θάλασσας και στις πλαγιές μιας απότομης κορυφής από ασπριές, όπου βρίσκονται μερικά μισοσκελετωμένα πεύκα, είναι το κάτω Λουτρό με περίπου 30 σπίτια. Στην κορυφή είναι μερικά σπίτια με κήπους, οι οποίοι έχουν λεμονιές, ροδιές και άλλα οπωροφόρα δέντρα και ακολουθεί η εκκλησία της Παναγίας της Υπαπαντής με άκομψο εσωτερικό, μπακλαβαδωτή επίπεδη οροφή, ωοειδή θόλο και ξύλινο εικονοστάσι. Δίπλα είναι το νεκροταφείο και μια σιδερένια κύρτωση για το κρέμασμα της καμπάνας, την οποία συνήθως χτυπούν με ένα σφυρί. Στην ομάδα των σπιτιών στην παραλία βρίσκονται περίπου 20 σπίτια, τα περισσότερα χαμηλά, και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, όλα περιβαλλόμενα από κυπαρίσσια, μουριές και οπωροφόρα δέντρα. Από το Κάτω Λουτρό, σε μισή ώρα μπορούμε να φθάσουμε στο ψηλότερο κείμενο Απάνω Λουτρό. Ένα μονοπάτι οδηγεί σε μερικές γέρικες δρύες που έχουν χρειαστεί υποστήριξη πολλές φορές και σε πολλές από το βουνό αναβλύζουσες πηγές νερού. Από τη μαργελώδη κορυφή έχουμε μια θαυμάσια θέα στην κατάφυτη με αμπέλια και ελιές παραθαλάσσια περιοχή. Το μικρό χωριό βρίσκεται επάνω σε ένα ύψωμα από κροκαλοπαγείς μάζες, το βουνό του Λουτρού, ένα παρακλάδι του Πιτσαδέικου που δεσπόζει. Τα σπίτια είναι όπως και των άλλων ομάδων, πέτρινα με ξυλοδεσιές και έχουν δίρριχτες σκεπές. Αξιοπρόσεκτο είναι το ασπρισμένο εκκλησάκι του Αγίου Χαράλαμπου, ένα καινούργιο κτίσμα με μπακλαβαδωτό επίπεδο ταβάνι και ωοειδή θόλο. Προς τα πίσω είναι ένα ψηλότερο τμήμα για τις γυναίκες. Τρία στο έδαφος χωμένα σταυροειδή παλούκια χρησιμοποιούνται ως καμπαναριό. Πίσω από το χωριό βλέπουμε στους βράχους τρία τετράγωνα αρχαία ανοίγματα τάφων. Όλο το Λουτρό, του οποίου το όνομα προέρχεται από κάποια Ρωμαϊκή θέρμη, που υπήρχε κάποτε εκεί και εξαφανίστηκε σε κάποιο σεισμό, αριθμεί 80 σπίτια και 60 οικογένειες.
Οι πρώτοι κάτοικοι, που αναφέρονται από τους γεροντότερους, ήταν από τις Κλουτσίνες Καλαβρύτων. Οι Σπηλιωτακαραίοι από το Σόλο, οι Κοσσεραίοι από την Περιστέρα, ο Κέρτσος, ο Καραζέρης από το Σόλο, ο Δράμαλης και ο Αργυρόπουλος από το Τσιβλό, οι Γεωργόπουλος και Ψύλλας από Κλουτσίνες, οι Μάμαλης, Μαργαρίτης, Γεωργούλιας, Σπηλιάδης από τη Γελήνη και τα σπίτια τους ήταν πάνω απ’ τη σιδηροδρομική γραμμή προς το Άνω Λουτρό.
Από το Άνω Λουτρό οι πρώτοι που μετοίκησαν στο Κάτω και εγκαταστάθηκαν από το ναό της Μεταμορφώσεως μέχρι του Π. Ξένου ήταν οι Καρουκαίοι, Σπ. Κατσούλης, Στ. Σταματόπουλος, Μεταξαίοι, Χρ. Κελάρης, Β. Κανέλλος, Πανουτσόπουλοι, Μερτικαίοι, Χρ. Ντρές. Οι υπόλοιποι κατέβηκαν μετά το σεισμό του 1963-64 και εγκαταστάθηκαν δεξιά και αριστερά του δρόμου που οδηγεί στην Κορφιώτισσα.
Το Λουτρό βρέχεται δεξιά καθώς ερχόμαστε από Ξυλόκαστρο από τον Κορινθιακό Κόλπο, διασχίζεται από τον κεντρικό δρόμο Κορίνθου-Πατρών και από την αριστερή πλευρά του δρόμου είναι χτισμένα καινούργια όμορφα σπίτια με παρτέρια από λουλούδια και ακολουθούν περιβόλια.
Στην αρχή του Λουτρού μετά τα σπίτια και τα περιβόλια στην ανατολική πλευρά είναι ο λόφος του Αγίου Παντελεήμονα στην τοποθεσία Σόφη. Η παράδοση διασώζει ότι ο ναός κατασκευάστηκε από τη Σπηλιωτακάρα που οραματίστηκε ότι στο σημείο αυτό υπήρχε παλαιός ναός. Έγιναν ανασκαφές και βρέθηκαν τα θεμέλια του ναού της Αγίας Σοφίας από την οποία έχει ονομαστεί η τοποθεσία "Σόφη". Κάτω από τον Άγιο Παντελεήμονα ο ποταμός Φόνισσα είναι φυτεμένος με πεύκα και προστατευτικά έργα, γιατί σε μια πλημμύρα ξεχείλισε και απείλησε να παρασύρει πολλά σπίτια. Στη μέση του χωριού είναι ο Άγιος Νικόλαος, ναός σταυροειδής, με τρούλο και εορτάζει στις 6 Δεκεμβρίου. Νότια και πάνω από τη σιδηροδρομική γραμμή, κάτω από τη νέα Εθνική οδό, είναι ο ναός της Υπαπαντής του Χριστού που χτίστηκε πρόσφατα, μετά την κατεδάφιση του παλαιού, που ήταν και το νεκροταφείο. Σήμερα το νεκροταφείο μεταφέρθηκε στο νέο ναό, περιτοιχίστηκε και μελετήθηκε ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ενορίτη.
Πάνω από την Εθνική οδό είναι η δεξαμενή υδρεύσεως και ανατολικά του χωριού ο παλαιός ναός του Αγίου Νικολάου. Δυτικά του παλαιού ναού της Υπαπαντής και πάνω από το αυλάκι σε μια πέτρα, είναι λαξεμένα δύο παραλληλόγραμμα σαν μνήματα 2Χ0,50 το καθένα. Λίγο δυτικότερα, υπάρχουν ερείπια από ένα κατεστραμμένο κτίριο με τούβλα, που στο βόρειο μέρος του βρέθηκε μέρος σωλήνα νερού και υποστηρίζεται ότι το νερό ερχόταν από τη Σμερτιά. Νοτιότερα υπάρχει μια πέτρα σαν σπηλιά με ντουλαπάκια. Στη δυτική πλευρά του χωριού και νότια προς το Άνω Λουτρό βρίσκονται ρίπες (κρημνώδεις πλαγιές) με πολλές τρύπες. Μία λέγεται η τρύπα της Μαρίνας, γιατί εκεί έπεσε μια νέα με τ’ όνομα Μαρίνα που είχε ανίατη ασθένεια. Ανατολικά από τις ρίπες, στην άκρη, υπάρχουν κάτι πέτρες που οι δύο είναι όρθιες και ενώνονται στο επάνω μέρος σχηματίζοντας ένα μικρό χώρο σαν ληνό. Οι παλαιότεροι έλεγαν πως στο σημείο αυτό οι Ρουμελιώτες του Γκούρα βρήκαν θησαυρό. Στους πρόποδες του Βουνού της Παναγίας και δυτικά από τον ποταμό Φόνισσα εκτείνεται ο κάμπος του Λουτρού με ελιές, λεμονοπορτοκαλιές και στα υψώματα αμπέλια και σταφίδες.
Ο τόπος είναι εύφορος και οι κάτοικοι ασχολούνται με την καλλιέργειά του. Στη δυτική πλευρά του χωριού, ακριβώς στα σύνορα του Κάτω Λουτρού και Κ. Πιτσά, υπάρχει ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος που ανήκει και στα δύο χωριά. Είναι κτισμένος το 1908 σε ρυθμό Βασιλικής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ξυλόγλυπτο χρυσοποίκιλτο τέμπλο του.
Το χωριό πανηγυρίζει στα δύο πανηγύρια, της Αγίας Σωτήρας στις 6 Αυγούστου και της Αγίας Κυριακής 17 Ιουλίου. Υπάρχει ακόμα η συνήθεια να καλούνται μουσικά συγκροτήματα και να χορεύουν οι κάτοικοι ελληνικούς χορούς.
Το σχολείο του Κάτω Λουτρού ιδρύθηκε μετά την κατάργηση του Δημοτικού σχολείου του Άνω Λουτρού στο δυτικό μέρος του χωριού. Μετά από λίγο χρόνο καταργήθηκε και ιδρύθηκε μικτό Δημοτικό Σχολείο Λουτρού-Πιτσά. Μετά παρέλευση μερικών ετών, επί προεδρίας Βλ. Γ. Σταματόπουλου, κατασκευάστηκε νέο κτίριο στη μέση του χωριού, στην τοποθεσία που είναι και σήμερα. Πρώτος δάσκαλος ήταν ο Ηλ. Ντόκας απ’ το Πιτσά το έτος 1928 και ο αριθμός των παιδιών περίπου 60.
Κοντά στο σχολείο και στο προαύλιό του έχει μεταφερθεί το Ηρώον του χωριού. Ο πρώτος πρόεδρος του χωριού το 1912 ήταν ο Νικόλαος Καβέτσος με κοινοτικούς συμβούλους τον Ανδρέα Καρούκη, Νικόλαο Πανουτσόπουλο, Ανδρέα Γεωργόπουλο και Σωτήρη Γ. Κατσούλη (Παπασωτήρη).
Μετέπειτα χρημάτισαν πρόεδροι οι: Ιω. και Αθ. Καρούκης, Αλέξ. Μεταξάς, Κ. και Χρ. Μερτίκας, Δ. και Επαμ. Κελλάρης, Δ. Δράμαλης, Δ. Κουρής, Κ. Καραβάς.
Στους Εθνικούς Αγώνες το Λουτρό έχει λάβει μέρος σε όλα τα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας μας και έχει και αυτό τα θύματά του.
Στο Ηρώο του διαβάζουμε τα ονόματα των πεσόντων στους πολέμους του 1912-1922: Λοχίες: Ψύλλας Χ. Αρισ., Κλαδούχος Σ. Αθανάσιος, Σταματόπουλος Ν. Μιχαήλ. Στρατιώτες: Δημόπουλος Χ. Γεώργιος, Καραβάς Γ. Σωτήριος, Καρούκης Κ. Δημήτριος, Κατσούλης Φ. Γεώργιος. 1940-1941: Πανουτσόπουλος Κ. Σπυρίδων, Κελάρης Β. Βασίλειος. Στην εποχή της γερμανικής Κατοχής 1941-1944 εκτελέστηκαν από τους αντάρτες οι: Καρούκης Α.Α., Καρούκης Π.Χ., Κατσούλης Κ.Δ., Μερτίκας Π.Α., Μεταξάς Α.Σ.
Στο μεγάλο φαινόμενο της υπερατλαντικής μεταναστεύσεως το 1900, από το Λουτρό έφυγαν πολλοί κάτοικοι για την Αμερική και με το συνάλλαγμα που έστελναν βοήθησαν στην οικονομική ανόρθωση του τόπου. Οι περισσότεροι από αυτούς επέστρεψαν στην πατρίδα το 1912 και έλαβαν μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους και άλλοι μεν γύρισαν πάλι στην Αμερική άλλοι δε παρέμειναν στο χωριό τους.
Το οικονομικό επίπεδο των κατοίκων του χωριού είναι υψηλό. Η εύφορη γη που περιβάλλει το χωριό με τη σύγχρονη καλλιέργεια και με τα νεότερα μηχανήματα και τη γεώτρηση που έγινε στο ποτάμι της Φόνισσας και στους πρόποδες του βουνού της Παναγίας, που πέτυχε πολύ καλό νερό, είχε αποτέλεσμα να βοηθήσει τον τόπο να εξελιχθεί και οι κάτοικοι να ζούν άνετα. Κάθε οικογένεια έχει όλα τα σύγχρονα μέσα που βοηθούν στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Οι κατοικίες είναι σύγχρονες, καλοκτισμένες, οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και κυρίως με τη δενδροκαλλιέργεια. Το Λουτρό είναι ένα από τα πιο ωραία θέρετρα της Κορινθίας αλλά σπάνια ενοικιάζονται σπίτια. Χαρακτηριστικό των κατοίκων του χωριού, είναι η απόλυτη τάξη, καθαριότητα και ο σεβασμός στο χώρο, η φυσική ευγένεια, η τάση για μάθηση.
Το πνεύμα που επικρατεί είναι γενικά φιλικό, συνεργατικό. Είναι από τα λίγα χωριά που στην Κατοχή και στα δύσκολα χρόνια του εθνικού διχασμού είχε το μικρότερο αριθμό θυμάτων και από τις δύο πλευρές. Οι γυναίκες του χωριού διατηρούν ακόμα την παράδοση την ελληνική, τα ήθη και τα έθιμα παρ’ όλη την αστικοποίηση του τρόπου ζωής των κατοίκων. Στα σπίτια θα βρει κανείς παραδοσιακά κεντήματα και παραδοσιακή μαγειρική.
Άνω Λουτρό
Σε υψόμετρο 280 μέτρων από την παραλία και τριών χιλιομέτρων από το Κάτω Λουτρό, στους πρόποδες του Λουτραίϊκου βουνού, βρίσκεται το Άνω Λουτρό. Παίρνοντας τον περιφερειακό δρόμο που οδηγεί στην ορεινή Κορινθία, περνούμε την τοποθεσία Ξερικά, τις Κοκορέτσες, τον Άγιο Δημήτρη, αφήνουμε νότια τα Πεύκα του Μπάρμπα Γιάννη και τις Καραμεσουτέικες φυτείες και είμαστε στην ανατολική είσοδο του χωριού με την πιο περίεργη αρχιτεκτονική, κατάλοιπο από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Στην ανατολική και δυτική πλευρά υπήρχαν δυο πύλες που ελέγχονταν από την τουρκική φρουρά. Ο Τούρκος διοικητής (ζαμπίτης) έμενε στη δυτική πλευρά και τα ερείπια της κατοικίας του σώζονταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια (1961) που άρχισε η κατεδάφιση. Τα σπίτια των κατοίκων την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν συνεχόμενα και χωρίζονταν μ’ ένα μικρό τοίχο. Κάθε οικογένεια είχε ένα μικρό χώρο με μια πόρτα και ένα φεγγίτη. Στο χώρο αυτό έμεναν άνθρωποι και ζώα. Το τελευταίο σπίτι που κατεδαφίστηκε το 1970 ήταν κτισμένο το 1766, είχε μήκος 180 μέτρα, φάρδος 6 μ., ύψος στο νότιο μέρος 1,50 μέτρα και στο βόρειο 2,50 μ. Το δάπεδο ήταν σκεπασμένο με χρισμένο χώμα. Μέσα σ’ αυτό κατοικούσαν οι οικογένειες Σπύρου Πανουτσόπουλου (σε χώρο 30 περίπου μέτρων, είχε μια χαμηλή πόρτα και ένα παραθυράκι 0,20Χ0,30), Κώστα Κατσούλη, Νικολάου Κατσούλη, Γεωργ. Γεωργόπουλο, Κώστα Μερτίκα, Γιάννη Μερτίκα. Το σπίτι ήταν χωρισμένο με τοίχους και η κάθε οικογένεια προσπαθούσε να καλύψει τις ανάγκες της σ’ αυτά τα 30 μέτρα που της αναλογούσαν. Μέσα σ’ αυτό έμεναν και τα ζώα, άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια και είχαν και τον αχυρώνα τους. Οι οικογένειες κοιμούνταν στο χώμα σκεπασμένο με μουτάφια, έτρωγαν όλοι μαζί από ένα ταψί που έβαζαν σ’ ένα χαμηλό σοφρά (τραπέζι στρογγυλό) με τα χέρια ή με τα "χουλιάρια". Στο χώρο αυτόν αποθήκευαν και τα σιτηρά και τα βαρέλια με το κρασί, τα κιούπια με το λάδι.
Στο κέντρο του χωριού υπήρχε ένα κυκλικό άνοιγμα που το έλεγαν λάκκα. Εκεί συγκεντρώνονταν οι άνδρες και συζητούσαν. Στην πάνω μεριά του χωριού, κοντά στους πρόποδες του βουνού, που ήταν γεμάτο πεύκα, κέδρα και κουμαριές, ήταν η βρύση Τρύπα και γύρω απ’ αυτή μια περιοχή γεμάτη σχίνα. Από τα σχίνα μέχρι το τουρκικό μακρύ σπίτι του χωριού ήταν τ’ αλώνια. Από αυτή τη βρύση Τρύπα, που απείχε γύρω στα 25 μέτρα, έφερναν το νερό οι νοικοκυρές με βαρέλια πάνω στα ζώα ή στους ώμους. Βόρεια και σε απόσταση 200 μέτρων υπήρχε μια άλλη πηγή, η Μεγάλη Βρύση, που κατασκευάστηκε το 1902. Ακόμα βορειότερα η πηγή Σμερτιά. Από την πηγή Τρύπα μέχρι τη Σμερτιά υπήρχαν αμπέλια, περιβόλια και, δεξιά και αριστερά του γεωργικού δρόμου και του αυλακιού, θεόρατες λεύκες. Στο χώρο αυτό έρχονταν τα παιδιά των σχολείων Ξυλοκάστρου και Δερβενίου για εκδρομές. Δυτικότερα από τη βρύση Τρύπα υπήρχε ο παλιός ναός της Αγίας Κυριακής, ενώ το 1934 επί μητροπολίτη Δαμασκηνού εγκαινιάστηκε ο νέος ναός και γιορτάζει στις 7 Ιουλίου. Έξω από το χώρο της εκκλησίας υπάρχει μια μεγάλη κοκορέτσα και δύο πελώρια πουρνάρια και ένας κέδρος. Εκεί γινόταν το πανηγύρι του χωριού. Πάνω από την Τρύπα σε απόσταση 200 μέτρων υπάρχει η είσοδος ενός μεταλλείου - μια οπή πέντε μέτρων - που εγκαταλείφτηκε το 1912. Ο βράχος αυτός είναι γεμάτος αγριοκυπαρίσσια που μοιάζουν με έλατα. Ανατολικότερα, στη νότια πλευρά ενός απόκρημνου γυμνού βράχου, είναι μερικές τρύπες τετράγωνες που οι κάτοικοι τα λένε "Παλεθύρια". Τα παραθύρια αυτά βρίσκονται σε ύψος 25-30 μέτρων στον απότομο βράχο - για ν’ ανέβει κανείς εκεί χρειάζεται σκάλα 6-8 μέτρων - και από κει και πάνω είναι λαξεμένα σκαλοπάτια στο βράχο. Μπαίνοντας απ’ τα "παραθύρια" βρίσκεται σε ένα τετραγωνισμένο δωμάτιο με επίπεδο πάτωμα από πέτρα που επικοινωνεί με το διπλανό. Ο χώρος είναι 2Χ2 μ. και στη μία άκρη υπάρχει τρίτος χώρος, σπηλιά. Στο ανατολικό υπάρχει ένας χώρος σαν πρόθεση ναού με σκαλισμένα γράμματα, που έχουν σήμερα εξαφανιστεί και μια μισοσβησμένη εικόνα. Μας πείθουν ότι τα παραθύρια ήταν χώρος κρυψώνας στην περίοδο της Τουρκοκρατίας ή και παλαιότερα και η λατρεία ήταν χριστιανική. Νοτιότερα από τα παραθύρια υπάρχει η σπηλιά της Τσεβής, ονοματισμένη έτσι από μια βοσκοπούλα με το όνομα αυτό. Ήταν πολύ βαθιά και όταν πετούσες μια πέτρα την άκουγες ώρα πολλή να κατρακυλά. Τώρα την έχουν κλείσει γιατί χάνονταν πολλά ζωντανά εκεί μέσα.
Νοτιότερα από τη σπηλιά της Τσεβής είναι η σπηλιά Κόρμπη, από έναν τσοπάνο που ξεχείμαζε εκεί το κοπάδι του.
Βορειοανατολικά, περίπου 100 μέτρα, υπάρχει μια μικρή σπηλιά που κρύβονταν οι κάτοικοι επί γερμανικής Κατοχής. Είναι ένα σπήλαιο για 15 άτομα με φυσικό καμουφλάρισμα.
Βορειοανατολικά του χωριού βρίσκεται ο Άγιος Χαράλαμπος, η εκκλησία του χωριού. Το προαύλιό του είναι το νεκροταφείο, που έχει περιτοιχιστεί το 1890, το καμπαναριό είναι χτισμένο πάνω σ’ ένα βράχο. Είναι πολύ παλιός ναός, χτισμένος τρεις φορές και φαίνονται οι προσθήκες στην τοιχοποιία του. Είναι από τους πρώτους ναούς των χρόνων της Τουρκοκρατίας. Κατεβαίνεις τέσσερα σκαλιά και βρίσκεσαι σ’ ένα στενόμακρο κτίριο με πολύ καλοδιατηρημένο καφασωτό γυναικωνίτη. Οι εικόνες είναι νεότερες, ενώ το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο. Οι παλαιές εικόνες με χρονολογία από το 1851 έχουν τοποθετηθεί στο εξωκλήσι Άγιος Δημήτριος, που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά έξω του χωριού. Μπροστά απ’ το εξωκλήσι είναι μια βρύση με χαραγμένη χρονολογία κατασκευής 1911. Το εξωκλήσι είναι χτισμένο, κατά μία εκδοχή, πάνω απ’ τα ερείπια παλαιού ναού και υπάρχουν γύρω λαξεμένοι βράχοι και θεμέλια από τοιχοποιία. Στο γειτονικό κτήμα έχουν βρεθεί πολλά κομματάκια από σπασμένα αγγεία.
Ο νεότερος Άγιος Δημήτριος, από μια μισοσβησμένη χρονολογία στην πόρτα, φαίνεται ότι κτίστηκε το 1880. Είναι ένα στενόμακρο πολύ χαμηλό κτίσμα, τύπου Βασιλικής, χωρίς τρούλο. Αξιόλογες είναι οι εικόνες του Χριστού και της Παναγίας με χρονολογία 1865. Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής (1851), ζωγραφισμένος από άπειρο ζωγράφο, έχει πολύ ανθρώπινη έκφραση. Η μισοκατεστραμμένη εικόνα του Αγίου Δημητρίου στο ιερό, θυμίζει λαϊκό ζωγράφο και τεχνοτροπία Θεόφιλου. Μια ασπρόμαυρη σαν γκραβούρα με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου φέρει την ασαφή επιγραφή:
Ανθίμου ΜΝΧ
Καρυές+εναχθίεις
Άγιον όρος ΚΡ. ΚΑΡΛΙC
Στο προαύλιο της εκκλησίας, κατά την παράδοση, είναι ο τάφος της Χρυσούλας, μιας βοσκοπούλας που τη σκότωσαν στο απέναντι από το εξωκλήσι λαγκάδι και έχει πάρει τ’ όνομά του απ’ αυτή και λέγεται λαγκάδι της Χρυσούλας. Μετά τον Άγιο Δημήτρη συνεχίζει ένας μεγάλος ελαιώνας που φθάνει μέχρι το ποτάμι Φόνισσα.
Στο ανατολικό άκρο του χωριού υπάρχει το κτίριο του σχολείου, που σήμερα έχει γίνει αποθήκη του συνεταιρισμού. Στο σχολείο αυτό, που λειτούργησε από το 1830, έρχονταν τα παιδιά από τα γειτονικά χωριά Πιτσά, Καλύβια. Το σχολείο έκλεισε το 1963, όταν οι κάτοικοι είχαν μετοικήσει στο Κάτω Λουτρό και δεν υπήρχαν παρά μόνο δυο παιδιά που φοιτούσαν. Ο τελευταίος δάσκαλος ήταν ο Χ. Κούνης από την Πεταλού.
Συνεχίζοντας το δρόμο μας νοτιοανατολικά, συναντούμε το ρέμα Μπίτσικα. Νότια είναι τα μεγάλα βράχια Κουκουγέρηδες και πολλές σπηλιές. Μια από τις σπηλιές, του Φάκου, έχει σταλακτίτες και σταλαγμίτες και τα ερείπια ενός υδραγωγείου. Τα παλαιότερα χρόνια οι σπηλιές αυτές ήταν γεμάτες αγριοπερίστερα και πέρδικες.
Στην περιφέρεια του Άνω Λουτρού από τη θέση Άγιος Δημήτριος-Κοκορέτσες ο τόπος ήταν γεμάτος αμπέλια, σταφίδες και όπως ήσαν πρώιμες πουλιούνταν σε καλές τιμές.
Πρώτοι κάτοικοι του χωριού, που δεν ξέρει κανείς συγκεκριμένη χρονολογία, ήταν οι οικογένειες Καρούκη, Μερτίκα, Κελλάρη, Πανουτσόπουλου. Είχαν έρθει από την περιφέρεια των Καλαβρύτων, αλλά η καταγωγή τους ήταν απ’ την Ήπειρο. Όλοι σχεδόν ασχολούνταν με την κτηνοτροφία. Οι γύρω σπηλιές, με τις διάφορες ονομασίες τους, Φάκου, Γεραντώνη, Βασιλαρά, Κόκα κ.ά. στέγαζαν τα γιδοπρόβατα. Για τη σπηλιά του Φάκου λένε πως χωρούσε 5.000 γίδια. Αργότερα ασχολήθηκαν με την καλλιέργεια της γης: σταφίδες και σιτηρά και κηπευτικά.
Παρ’ όλη τη δυσκολία της ζωής οι κάτοικοι δεν έπαψαν να έχουν την πίστη τους, τις εκκλησίες τους και αγωνίζονταν να κρατήσουν την ελληνικότητά τους. Την εποχή που το έθνος ετοιμαζόταν για το μεγάλο ξεσηκωμό, πολλοί άνδρες άρχισαν να απασχολούνται στην ετοιμασία του Αγώνα και οι γυναίκες έκαναν τις δουλειές του σπιτιού και των χωραφιών. "Επειδή δεν υπήρχαν χρήματα για να προμηθευτούν όπλα και μπαρούτι, πουλούσαν, κρυφά από τους Τούρκους, σιτάρι και λάδι και αγόραζαν νίτρο, θειάφι και άλλα υλικά^ το κάρβουνο το έφτιαχναν από ξύλα, αφάνες και κλήματα, τα κτυπούσαν στα βράχια, τα έκαναν μια μάζα και τα έβαζαν σε φούρνους. Προδόθηκαν όμως και συνελήφθησαν από τους Τούρκους και κακοποιήθηκαν, αλλά κανένας τους δεν μαρτυρούσε. Τότε επενέβη, όπως αναφέρουν οι γεροντότεροι, μια γριά από το Τσερεγούνι το γένος Μπουράκη που την λέγανε Ρουσδίνα, γιατί είχε ξεγεννήσει τη γυναίκα του Ρουσδή αγά, πήγε βρήκε τον αγά και του είπε ότι οι γυναίκες των Αθαν. Πανουτσόπουλου, Βλάσιου Καρούκη, Σωτήρη Καραζέρη κρυφά από τους άνδρες τους είχαν πουλήσει πράγματα για να αγοράσουν λούσα και δεν θα ’πρεπε να συνεχίσει την καταδίωξη, γιατί θα διαλύονταν πολλές οικογένειες. Ο αγάς πίστεψε και τους ελευθέρωσε και μερικοί ακολούθησαν τον Νικηταρά. Αυτοί που τότε έφυγαν ήταν οι αδελφοί Κελλάρη, Νικήτας και Θεοδωράκης και τα ξαδέρφια τους Σπύρος και Σπήλιος Κελλάρης και ένας από το Κούτσι, Μπίρης, ο αδελφός της Χαρ. Φίλη. Όταν απελευθερώθηκε η χώρα, αρνήθηκαν να παραδώσουν τ’ άρματα και βγήκαν στα βουνά κλέφτες. Αλλά πολλές φορές παρέβησαν το νόμο, εδιώχθηκαν και συνελήφθηκαν από τον αποσπασματάρχη Μαυρολίδη και εκλείσθηκαν στις φυλακές".
Την ιστορία αυτή αφηγήθηκε ο Δημ. Σταματόπουλος που την είχε ακούσει από τους γεροντότερους.
Σήμερα το Λουτρό, εκπροσωπείται στο δήμο Ξυλοκάστρου με το τοπικό συμβούλιό του, που το αποτελούν οι: Δήμος Δημόπουλος (δημοτικός σύμβουλος), Δημήτρης Κελλάρης, Κων/νος Μ. Πανουτσόπουλος, Χαράλαμπος Κατσαούνης και Κων/νος Γ. Πανουτσόπουλος.