korinthia.net
Δήμος Ξυλοκάστρου

Καρυά

(Οικισμοί: Καριώτικα, Καρυά)

Χωριό που βρίσκεται δυτικά του Κιάτου,στο Μαύρο Όρος, σε υψόμετρο 1.220 μέτρων. Ανήκει στο Δήμο Ξυλοκάστρου. Έχει 40 περίπου κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.
Η Καρυά βρίσκεται νοτιοδυτικά των Τρικάλων σε υψόμετρο 1.300 μέτρα, που την καθιστά το ψηλότερο χωριό της Κορινθίας.
Οι διοικητικές μεταβολές της κοινότητας Καρυάς μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους (1821) είναι οι εξής:
Με το Βασιλικό Διάταγμα 28ης Απριλίου 1834 (Φ.Ε.Κ. 19) η Καρυά με 1.004 κατοίκους αποτέλεσε το δήμο Καρυάς και οι δημότες ονομάστηκαν Καρυάτες. Πρώτος δήμαρχος στις εκλογές του 1835 εξελέγη ο Α. Οικονομόπουλος με δημοτικό εισπράκτορα τον Χ. Κακολέφα. Με την κατάργηση των δημοτικών αρχών το Μάρτιο του 1837, διορίστηκε από το βασιλιά δήμαρχος ο Χ. Κακολέφας. Με το ίδιο Βασιλικό Διάταγμα τα Καρυώτικα και τα Καλύβια αποτέλεσαν μέρος του νέου τμήματος του δήμου Πελλήνης. Στις 27 Νοεμβρίου 1840 η Καρυά συγχωνεύτηκε στο δήμο Σικυωνίων. Με Β.Δ. 7.11.1860 ο οικισμός Καρυώτικα-Καλύβια υπάγεται στο δήμο Τρικάλων. Από το 1912 η Καρυά αποτέλεσε την κοινότητα Καρυάς και ο οικισμός Καυρώτικα ενσωματώθηκε στην κοινότητα Ξυλοκάστρου. Με απόφαση του υπουργού εσωτερικών στις 10.9.1915, χειμερινή έδρα της κοινότητας Καρυάς ορίστηκε ο οικισμός Καρυώτικα που αποσπάστηκε από το Ξυλόκαστρο. Την τελευταία διοικητική αλλαγή επέφερε ο Νόμος 2539/1997, γνωστός με την επωνυμία "Καποδίστριας", με τον οποίο η Καρυά και τα Καρυώτικα συνενώθηκαν με το δήμο Ξυλοκάστρου.
Πρώτη επίσημη εμφάνιση του χωριού γίνεται στο αρχείο ΝΑΝΙ γύρω στα 1680. Η βενετική απογραφή του 1700 στο TERRITORIO Κορίνθου μνημονεύει το χωριό Καρυά με 54 οικογένειες και στο TERRITORIO ʼργους άλλο ομώνυμο χωριό Καρυά με 24 οικογένειες καθώς και το χωριό Μαλεβό με 11 οικογένειες. Αρκετοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι οι κάτοικοι της Καρυάς προέρχονται από την Ακαρνανία και ότι η πρώτη εγκατάσταση έγινε δυτικά από τον αυχένα Γούπατα (Αρτεμίσιο), έπειτα δε μετακινήθηκαν προς τα κάτω προς την Αργολίδα και πρώτα έφτιαξαν το χωριό Μαλεβό (που το μνημονεύει και η Βενετσιάνικη απογραφή του 1700), στη συνέχεια μετακινήθηκαν στη θέση "Αέρας" απ’ όπου, λόγω των ισχυρών ανέμων, πάλι μετακινήθηκαν και εγκαταστάθηκαν τελικά στη σημερινή θέση. Εφόσον λοιπόν η εγκατάσταση Μαλεβός μνημονεύεται προ του 1700, η "παλαιά Καρυά" πρέπει να είναι προ του 1700. Κατά συνέπεια θα πρέπει η εξ Ακαρνανίας μετακίνηση να έλαβε χώρα τουλάχιστον κατά την εποχή της ανταρσίας (1684) των οπλαρχηγών της Στερεάς Ελλάδος, Α. Σουμίλια ή Βλάχου, Πάνου, Μεϊντάνη, Χορμόπουλου.
ʼλλοι ιστορικοί πιστεύουν ότι την ίδρυση της Καρυάς πρέπει να την αναζητήσουμε στους βυζαντινούς χρόνους, από αποίκους Έλληνες της Βλαχίας, οι οποίοι εστάλησαν από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Νικηφόρο για πυκνώσουν τον αραιωθέντα από την πανούκλα πληθυσμό του Μοριά και για να εξουδετερώσουν, σε ορισμένες περιοχές, τους Σλάβους, τους οποίους είχε εγκαταστήσει ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ από το 746.
Οι άποικοι Έλληνες από τη Βλαχία εγκαταστάθηκαν κατ’ αρχάς στο Φενεό όπου βρισκόταν το αρχαίο χωριό Καρυές. Τον 11ο αιώνα μετοίκησαν αρκετοί Καρυάτες στη σημερινή Καρυά και έχτισαν ένα μικρό χωριό, το οποίο ονόμασαν με το όνομα του χωριού από το οποίο έφυγαν, καθώς και μια τοποθεσία που βρίσκεται μεταξύ Τρικάλων και Καρυάς το ονόμασαν "Γέρο". Την ονομασία "Γέρο" την πήραν από το αρχαίο όρος "Γερόντιον" που βρίσκεται μεταξύ Φενεού και Στυμφαλίας. Την άποψη αυτή ενισχύει και η σχεδόν απόλυτη ομοιότητα των Καρυωτών με τους Φενεάτες στη γλώσσα, στη νοοτροπία και γενικά στον τρόπο ζωής. Οι Καρυώτες έχουν ιδιωματισμούς στην προφορά τους, είναι έξυπνη και απλοδίαιτοι.
Προφορική μαρτυρία των παλαιότερων Καρυωτών αναφέρει ότι ο πρώτος τόπος εγκατάστασής τους ήταν η "Σκασμένη Πέτρα", τοποθεσία ανάμεσα στα Σοφιανά και την Καρυά. Στη συνέχεια, εγκαταστάθηκαν, πάλι πρόχειρα, στην τοποθεσία "Αμπέλια", μεταξύ Καρυάς και Ταρσού και τέλος εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη σημερινή Καρυά.
Οι βλάχοι που εγκαταστάθηκαν στην Καρυά μιλούσαν ελληνικά και δεν ήταν σκηνίτες, σε αντίθεση με τους νεότερους βλάχους, που ήρθαν στην περιοχή της Ζήρειας κατά το 1800 και αργότερα στην Καρυά και στα ʼνω Τρίκαλα. Αυτοί μιλούσαν και κάποια Ρουμανική διάλεκτο και έφτιαχναν το κονάκι τους στην περιοχή που έβοσκαν τα κοπάδια τους.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Καρυά ήταν ένα κεφαλοχώρι με ανθηρά τα οικονομικά του και αυτό το συμπεραίνουμε από τους μεγάλους φόρους που πλήρωναν στους Τούρκους. Η συμβολή του χωριού στην επανάσταση του 1821 υπήρξε σπουδαία. Με αρχηγό τον Οικονόμου, 122 παλικάρια από την Καρυά πολέμησαν στα Μαύρα Λιθάρια προσπαθώντας να εμποδίσουν την προέλαση των Τούρκων στην Πάτρα. Ο Φωτάκος, αναφέρει οικογένειες βλαχοποιμένων της Ζήρειας που πολέμησαν τον κατακτητή. Του Δημήτρη Σαρανταυγά από του Σαϊτά, που πολέμησε με 15 παλικάρια υπό τις διαταγές του Μακρυγιάννη και του Γιάννη και Κυριαζή Κορδαλή, που είχαν δικό τους ένοπλο σώμα.
Προεξέχουσα θέση κατέχει ο ιερομόναχος Πανφούτιος ο οποίος έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην Επανάσταση. Ο Πανφούτιος γεννήθηκε στην Καρυά στο τέλος του 18ου αιώνα και πήγε μοναχός στο Μέγα Σπήλαιο. Με την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, πήγε στο Ταϊγάνι της Ρωσίας κοντά στον Ιωάννη Βαρβάκη που τον διόρισε εφημέριο της εκεί ελληνικής εκκλησίας και δάσκαλο. Έλαβε μέρος στην οργάνωση του Ιερού Λόχου με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και πολέμησε στο Ιάσιο. Μετά τη συντριβή του Ιερού Λόχου, έρχεται στην Πελοπόννησο και ως ανώνυμος στρατιώτης πολέμησε ηρωικά μαζί με το σώμα του Στ. Σταϊκόπουλου, όταν πάρθηκε το Παλαμήδι (3.11.1822).
Στα μετεπαναστατικά χρόνια ο περίφημος ληστής "Αγριόγατος" ήταν από την Καρυά. Μαζί με το σύντροφό του Παλαιολόγο ήταν ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής. Συνελήφθησαν και οι δύο και καρατομήθηκαν το Φεβρουάριο του 1846 στο Ναύπλιο. Λέγεται ότι ο Αγριόγατος, όταν βρέθηκε μπροστά στην καρμανιόλα, ζήτησε σαν τελευταία του επιθυμία να μιλήσει με κάποια γυναίκα, (άλλοι λένε για φιλενάδα του, άλλοι για αδελφή του). Όταν διαπιστώθηκε ότι αυτή η γυναίκα δεν ήταν εκεί, φώναξε: "φάε και συ καημένε Κούκο". Οι παριστάμενοι Καρυώτες, συνέδεσαν αμέσως αυτή τη φράση του Αγριόγατου με την τοποθεσία "Κούκος" δυτικά του χωριού, υποθέτοντας ότι εκεί είχε κρύψει τα κλοπιμαία ο διάσημος ληστής. Από τότε ο "Κούκος" έχει γίνει στόχος πολλών επίδοξων κυνηγών θησαυρών.
Στην απογραφή του στρατηγού Μαιζών το 1828 την Καρυά την κατοικούσαν 187 οικογένειες.
Το 1840 επισκέφθηκε την Καρυά ο βασιλιάς Όθωνας με την Αμαλία. Οι γυναίκες και τα κορίτσια του χωριού προϋπάντησαν τη βασιλική πομπή στον άγιο Θεόδωρο και τη συνόδευσαν έως το χωριό με χορούς και με τραγούδια. Την εποχή εκείνη οι Καρυώτες ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Έσπερναν στάρι, φακή, ρόβη, αραποσίτι και καλλιεργούσαν μηλιές, καρυδιές και περβολικά. Αλλά και στα πεδινά οι Καρυώτες είχαν αξιόλογη αγροτική παραγωγή, όπως μαύρη σταφίδα (165.000 λίτρες), ελιές, αμπέλια και σπαρτά. Φημισμένα ήταν τα τυροκομικά προϊόντα της Καρυάς.
Στην απογραφή του Ιάκωβου Ραγκαβή το 1853 η Καρυά είχε 1.122 κατοίκους. Η απογραφή του 1879 εμφανίζει το χωριό με 799 κατοίκους. Στην απογραφή του 1907 εμφανίζονται για πρώτη φορά και τα Καρυώτικα, (ανατολικά 283 - δυτικά 178 κατοίκους) και η Καρυά 283 κατοίκους.
Το χωριό άκμασε μέχρι το 1880 που άρχισε σταδιακά η κάθοδος των κατοίκων προς τα πεδινά (Καρυώτικα - Καρυώτικα Καμαρίου - Λασκέικα - Συγερίτσα - Ελληνοχώρι κοντά στο Βέλο - Βασιληκαρυώτικα στο Μούλκι - Τσωταίικα στην Κόρινθο). Οι περιουσίες που έμειναν στο χωριό εγκαταλείφτηκαν και μόνο λίγοι Καρυώτες πηγαινοέρχονταν στα κτήματά τους μέχρι τη δεκαετία του ’50.
Η ονομασία Καρυώτικα υποδηλώνει την προέλευση των κατοίκων από την ορεινή Καρυά. Τα σημερινά Καρυώτικα – το μπαλκόνι του Ξυλοκάστρου όπως λέγεται – αποτελούνται από δύο συνοικίες, την Ανατολική, νότια της Συκιάς και την Δυτική, νότια του Ξυλοκάστρου, 450 μέτρα από την θάλασσα με περισσότερα από 200 νεόκτιστα σπίτια χτισμένα μετά το σεισμό του 1981. Πρώτη εγκατάσταση των Καρυωτών από την Καρυά έγινε στην Δυτική Συνοικία όπου και έχτισαν την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου που είναι μαζί με του Αγίου Γερασίμου στο Ξυλόκαστρο οι παλαιότερες εκκλησίες της περιοχής. Στην ανατολική συνοικία εγκαταστάθηκαν αργότερα μετά το 1800. Μεταξύ των δύο συνοικιών χτίστηκαν το 1874 η εκκλησία του Αγίου Βασιλείου και το 1903 το δημοτικό σχολείο, δωρεά του μεγάλου μας ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού, ένα πανέμορφο νεοκλασικό κτίριο. Η κοντινή απόσταση των Καρυώτικων από το Ξυλόκαστρο, η θαυμάσια θέα της περιοχής και το χωρίς υγρασία κλίμα, προσελκύουν συνεχώς νέους οικιστές που φτιάχνουν τα σπίτια τους για μόνιμη ή εξοχική κατοικία.
Αληθινό μνημείο που δείχνει την ιστορική προέλευση της Καρυάς είναι η βυζαντινή εκκλησία της "Κοιμήσεως της Θεοτόκου", σε ρυθμό βασιλικής, που υπολογίζεται από τους ειδικούς ότι χτίστηκε τον 13ο αιώνα. Δυστυχώς οι κάτοικοι του χωριού δεν γνώριζαν παλαιότερα τη μεγάλη αξία της και μετέτρεψαν τη μισή εκκλησία σε σχολείο (το Χάρο) και ασβέστωσαν τις περίφημες τοιχογραφίες της. Σε καλή κατάσταση έχει μείνει το ιερό και ένα μέρος από τον κύριο ναό.
Παραθέτουμε τη λεπτομερή περιγραφή των αγιογραφιών που έκανε ο Κουτίβας το 1962.
"Σε καλή κατάσταση έχει μείνει το ιερό και ένα μέρος από τον κύριο ναό. Ο χρόνος, ο μεγάλος χαλαστής, δεν μπόρεσε να σβήσει μέσα από τούτη τη μικρή μεσαιωνική εκκλησία τις περίφημες χαρακτηριστικές τοιχογραφίες, που χάρισαν απλοϊκοί και επιδέξιοι τεχνίτες της εποχής εκείνης. Η έκφραση της τέχνης των τοιχογραφιών κατοπτρίζει τον ψυχικό πλούτο των κατοίκων του λιγοφάμελου τότε χωριού, της Καρυάς. Το μικρό τούτο χωριό, με πίστη στην κυριαρχική ορθοδοξία του χριστιανισμού, ξεκίνησε για να στερεώσει την ύπαρξή του στο διάβα των αιώνων. Μέσα στο ιερό υπάρχουν ακόμα και σήμερα σε καλή κατάσταση πολλές τοιχογραφίες, όπως είναι: Στην κόγχη η Πλατυτέρα. Στο τύμπανο η Ανάληψη, όπου βλέπουμε δεξιά άγγελο και την επιγραφή: “ʼνδρες Γαλιλαίοι τι εστήκατε βλέπετε", αριστερά επίσης άγγελο και την επιγραφή: “ʼνδρες Γαλιλέοι τι εκθαμβήσθε". Στην κορυφή "ο αρχιερεύς", "ο βασιλεύς" Μελχισεδέκ και ο "δίκαιος Νώε" στέκουν χαρακτηριστικές στο σύνολο των τοιχογραφιών. Στο νότιο μέρος και στο τελευταίο προς τα κάτω διάζωμα διακρίνονται οι προφήτες: "Ηωήλ, Ιεζεκιήλ και ο Σολομός" (ν). Στο δεύτερο διάζωμα οι προφήτες "Δαυΐδ, Ισσίς και Ααρών". Στο τρίτο διάζωμα (μέχρι την πρόθεση είναι κατεστραμμένο), βόρεια: ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Πιο κάτω βρίσκονται οι κατεστραμμένες εικόνες Πολύκαρπου και Ιγνατίου. Στο κάτω μέρος της Πλατυτέρας, υπάρχει ο Αθανάσιος και οι τρεις ιεράρχες. Στο τέμπλο και στο εσωτερικό μέρος αυτού βρίσκονται οι άγιοι: Ερμόλαος, Σπυρίδων και Λαυρέντιος (κατεστραμμένος). Στον κύριο ναό και στο ύψος αυτού βρίσκεται ο Παντοκράτορας. Από τη μια μεριά και από την άλλη του Παντοκράτορα διακρίνουμε τον Πρόδρομο, τον Ουήλ, θρήνους, εξαπτέρυγα, αρχαγγέλους, εξουσίες και ρομφαίες. Οι αρχάγγελοι και οι ρομφαίες παριστάνονται με ναούς στο "ωράριον", όπου διακρίνονται υπολείμματα χρυσού. Επίσης διακρίνονται μέσα στον κύκλο, άγγελοι και πολυόματα. Στους μεταγενέστερους χρόνους, όταν κινδύνευε να πέσει η στέγη του ναού, τη στήριξαν με ένα πρόσθετο θολωτό λίθινο τόξο, το τύμπανο, το οποίο σκέπασε το υπόλοιπο τμήμα του κύκλου. Οι τέσσεροι Ευαγγελιστές, που βρίσκονται πιο κάτω είναι κατεστραμμένοι. Στου Λουκά την εικόνα φαίνονται υπολείμματα χρυσού. Το αναλόγιο της εικόνας του Μάρκου έχει ανανεωθεί από νεότερο χέρι αγιογράφου. Παρακάτω διακρίνουμε την Ψηλάφηση και τη σύνθεση της Ανάστασης, στην οποία ο Χριστός περικυκλωμένος από αγγέλους και αρχαγγέλους κρατάει με το ένα χέρι του μια γυναίκα και με το άλλο έναν άνδρα και με συνοδεία γυναικών και ανδρών ανεβαίνει στους ουρανούς. Στην εικονογραφική αυτή σύνθεση βλέπουμε τη λεπτή και διακριτική τέχνη της εποχής εκείνης. Είναι ένα υπέροχο όραμα της ψυχής του αγιογράφου. Ένα δημιουργικό ξέσπασμα για την εκλεκτική εικονογραφία, που του δώρισε η εμπειρία και η θρησκευτική του προσήλωση. Στα πόδια του Χριστού βρίσκεται ο σφραγισμένος ʼδης μ’ ένα σταυρό. Μέσα στον ʼδη διακρίνονται αλυσίδες και μοχλοί. Πιο πέρα από τους Ευαγγελιστές, δεξιά βρίσκεται η Γέννηση του Χριστού και δυτικά αυτής της σύνθεσης, η περιτομή του Χριστού, όχι σε καλή κατάσταση. Οι εικόνες της Κοιμήσεως και του Προδρόμου είναι σκεπασμένες από το τόξο. Στο κέντρο, στο επάνω διάζωμα του Τέμπλου, βρίσκονται οι εικόνες της Παναγιάς, του Χριστού και του Προδρόμου από τη μία μεριά και από την άλλη υπάρχουν ανά έξι απόστολοι. Το μνημείο τούτο, που στο παρελθόν έπαθε μεγάλες καταστροφές ευτυχώς προ ολίγων χρόνων, η ειδική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας το ανακαίνισε, το αναστήλωσε και το περιέφραξε και υπάρχει πια ελπίδα να διατηρηθεί για να δείχνει τη μεσαιωνική δόξα και προέλευση της Καρυάς".
Στην Καρυά υπάρχει και ο ναός της Παναγίας που χτίστηκε το 1850. Είναι μεγαλοπρεπής, επιβλητικός και βυζαντινού ρυθμού. Έχει εμβαδόν 240 τ.μ. και η στέγη του υποβαστάζεται από μεγάλους κίονες. Ο τρούλος του είναι ορειχάλκινος. Υπάρχει και ο ναός του αγίου Νικολάου. Παλαιότερα υπήρχαν και τα εξωκκλήσια του αγίου Ιωάννη, της αγίας Τριάδας, του αγίου Θεοδώρου.
Παλαιές οικογένειες της Καρυάς είναι οι: Λάσκου, Καψή, Γκίκα, Σμυρνή, Τρίμη, Σαλλή, Γουλή, Τσαγρή, Τσιπά, Χρόνη, Σάρλου, Τουρλή, Μπάτου, Κουζά, Ρέντη, Τσούγκου, Κόσκου, Πουρή, Μπότσος, Μπόγρη, Φίλη, Λόντου, Τσιώτου, Μανιά, Κούγια, Σούρλου, Οικονομόπουλου, Αργυρόπουλου, Σακελλαρίου, Αντρικόπουλου, Οικονόμου, Γεροντόπουλου, Γεωργίου, Ευθυμίου, Κορώνη, Ματσούνη, Μουσούρα, Χαβελέ, Φατούρου, Παπαδημητρίου, Βαλάση, Μουσγούνη κλπ.
Σήμερα στο χωριό λειτουργούν δύο σύλλογοι. Ο "Φιλοπροοδευτικός Σύλλογος Καρυάς" που ιδρύθηκε το 1933 με πρόεδρο το γιατρό Νικόλαο Λάσκο και μέλη του Λυκ. Κόσκο, Βλ. Φίλη, Ιωάν. Ματσούνη, Σπ. Γεωργίου και Χρ. Αντρικόπουλο, που με την παρακμή του χωριού έπαψε να λειτουργεί και άρχισε πάλι δραστηριότητες την τελευταία δεκαπενταετία με πρόεδρο τον Νικόλαο Τσούγκο. Ο σύλλογος αυτός ασχολείται κυρίως με την κατασκευή διαφόρων κοινωφελών έργων. Ο δεύτερος σύλλογος ιδρύθηκε το 1997 με την επωνυμία "Εξωραϊστικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Ορεινής Καρυάς Προφήτης Ηλίας", ασχολούμενος περισσότερο με πολιτιστικά έργα.
Η Καρυά είναι περήφανη που δύο μεγάλοι ποιητές έχουν τις ρίζες τους από εκεί. Η οικογένεια του Κώστα Καρυωτάκη και η οικογένεια του Ρώμου Φιλύρα (Ιωάννης Οικονομόπουλος). ʼλλη σπουδαία προσωπικότητα της Καρυάς ήταν και ο Αναστάσιος Δημητριάδης. Στα μετεπαναστατικά χρόνια εκλέχτηκε πολλές φορές βουλευτής Κορινθίας. Για την εποχή του υπήρξε πολύ προοδευτικός και χαρακτηριστικοί υπήρξαν οι αγώνες του στην εθνική βουλή για την αναγνώριση των δικαιωμάτων του αγροτικού κόσμου. Πέθανε το 1902 σε ηλικία 32 χρόνων. Κατά μία εκδοχή ο Δημητριάδης προερχόταν από τη μεγάλη οικογένεια των Τσωταίων. Η αδελφή του Αναστασίου Δημητριάδη, Αικατερίνη, ήταν σύζυγος του Πρωθυπουργού και μεγάλου ευεργέτη του Ξυλοκάστρου Σωτηρίου Κροκιδά. Μια άλλη σπουδαία προσωπικότητα που γεννήθηκε στην Καρυά στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν ο Σπύρος Τσαγρής, πρόεδρος του Αρείου Πάγου.
Καρυωτάκης Κωνσταντίνος
(1896-1928)
Ποιητής της νεορομαντικής και νεοσυμβολιστικής σχολής του μεσοπολέμου, ο σημαντικότερος εκπρόσωπός της και πιο αντιπροσωπευτικός της εποχής, ο Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896, αλλά ποτέ δεν έζησε εκεί. Το επάγγελμα του πατέρα του Γεωργίου Καρυωτάκη, νομομηχανικός, στάθηκε αφορμή να περάσει τα παιδικά του χρόνια σε διάφορες επαρχιακές πόλεις (Λευκάδα, Αργοστόλι, Λάρισα, Πάτρα, Χανιά). Ο παππούς του Κωνσταντίνου Καρυωτάκη λεγόταν Ευθυμίου και κατοικούσε στην Καρυά Κορινθίας. Αργότερα εγκαταστάθηκε στα Καρυώτικα όπου είχε περιουσία και στη συνέχεια κατέβηκε στη Συκιά. Ως επώνυμο επικράτησε το Καρυωτάκης από τον τόπο της καταγωγής του.
Ο Κ. Καρυωτάκης σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών και στα τέλη του 1917 πήρε το πτυχίο του. Στην αρχή, επιχείρησε ν’ ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα. Η έλλειψη όμως πελατείας τον ανάγκασε να ζητήσει δημόσιο διορισμό και διορίστηκε υπουργικός γραμματέας α΄ στη Θεσσαλονίκη. Μετά τοποθετήθηκε στη Νομαρχία Σύρου και ύστερα βρέθηκε για κάμποσους μήνες νομαρχεύων στην ʼρτα. Στην συνέχεια υπηρέτησε στη Νομαρχία Αττικής και μετά διορίστηκε με βαθμό εισηγητή στο υπουργείο Προνοίας. Ακολούθησαν διάφορες αποσπάσεις και μεταθέσεις του με τελευταίο σταθμό την Πρέβεζα, όπου αυτοκτόνησε στις 21 Ιουλίου 1928.
Ολόκληρη η ποίηση του Καρυωτάκη βγαίνει απ’ τη βιωματική του γραμμή και την ατομική του περιπέτεια. Γι’ αυτό κι η ποιητική του πορεία άλλο δεν κάνει παρά να καθρεφτίζει την πορεία του προς το θάνατο. Οι σύγχρονοί του δεν είδανε τότε όλες τις πλευρές του - κι ούτε μπορούσανε να τις δουν. Εντυπωσιασμένοι από την αυτοκτονία του, ζώντας στο ίδιο καταθλιπτικό περιβάλλον, αλλά δίχως την ένταση, την οξυδέρκεια και τη δική του αδιαλλαξία, στάθηκαν στην απαισιοδοξία και στον μηδενισμό του, χωρίς να αντιληφθούν πως, φτάνοντας στα ακρότατα όρια της απελπισίας, εκείνος τους είχε υπερφαλαγγίσει. Δύο τελικά είναι οι όψεις του έργου του, και από την άποψη της ουσίας και από την άποψη της μορφής: η ρομαντική κι η ρεαλιστική, οι ελεγείες και οι σάτιρες, η ροπή προς το αφηρημένο και η εισβολή του πραγματικού στον αφηρημένο κόσμο του. Ανάμεσα, ωστόσο, στις δύο τούτες όψεις, στέκει η συναισθηματική του βάση, η βαθιά του αισθαντικότητα, μόνιμα ταραγμένη και διακυμαινόμενη. Αυτή γεφυρώνει την απόσταση από τον ρομαντισμό του ως το ρεαλισμό του και δέχεται τον αντίκτυπο απ’ τον αδιάκοπο ψυχολογικό του κλυδωνισμό και τις αντιφάσεις του.
Το αντιλογικό και το παράλογο είναι ένα στοιχείο που διατρέχει τα ποιήματα της τελευταίας του περιόδου, μερικά απ’ όσα υπάρχουν στα "Ελεγεία" και "Σάτιρες" και όσα έγραψε ύστερα. Με το πήδημα στο χώρο του παραλόγου και τον υπαρξιακό χρωματισμό της απελπισίας του, ουσιαστικοποιεί και εκσυγχρονίζει τη στάση του και την έκφρασή του, ό,τι τον φέρνει ακόμα πιο κοντά μας είναι η κοινωνική του όραση και τα κοινωνικά του στοιχεία, η επαναστατημένη διαμαρτυρία του.
Ο Καρυωτάκης αγαπούσε πολύ τον πατρικό του τόπο και πολύ συχνά ερχόταν στη Συκιά, κοντά στα αδέρφια του και περνούσε τις διακοπές του. Λάτρευε τον πευκιά και δεν έχανε ευκαιρία να κάνει περιπάτους στη παραλία. Οι Καρυωτάκηδες είναι στενά συνδεδεμένοι με τη Συκιά. Με δαπάνες του Καρυωτάκη, ανιψιού του ποιητή, χτίστηκε μέσα στο δάσος, το εκκλησάκι της αγίας Βαρβάρας.
Τσαγρής Σπυρίδων (1859-1950)
Νομομαθής - Πρόεδρος Αρείου Πάγου - Γερουσιαστής, γεν. εις Ξυλόκαστρο. Μετά τας εγκυκλίους σπουδάς εις την γενέτειρά του, εφοίτησε εν συνεχεία εις την Νομικήν Σχολήν Πανεπιστημίου Αθηνών της οποίας το 1880 ανεκηρύχθη Διδάκτωρ. Δικηγορήσας αρχικώς εις το Ναύπλιον, διωρίσθη το 1886 Πρωτοδίκης, μεταβάς εν συνεχεία εις Παρισίους δι’ ευρυτέρας σπουδάς. Επανελθών εις Ελλάδα προήχθη το 1896 εις Πρόεδρον Πρωτοδικών και μετά επταετίαν εις Εφέτην. Το 1901 κληθείς υπό του Υπάτου Αρμοστού Κρήτης Πρίγκηπος Γεωργίου, ανέλαβε ως Εφέτης της νήσου, προαχθείς μετ’ ολίγον εις Πρόεδρον Εφετών. Το 1905 επανήλθεν εις Αθήνας. Το 1906 προήχθη εις Αρεοπαγίτην, το 1914 εις Αντιπρόεδρον και το 1921 εις Πρόεδρον του Αρείου Πάγου, παραιτηθείς μετά εν έτος. Υπήρξε μέλος πολλών Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών, εξελέγη δε και Γερουσιαστής Κορινθίας (1929). Έργα: Βιντσάϊτ: Περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Μεταφρ.- Σχόλια Συνειργάσθη επίσης εις πλείστα νομικά περιοδικά - ελληνικά και ξένα - με εμβριθείς και πρωτοτύπους μελέτας.