korinthia.net

Αρχαιολογικός χώρος Ισθμίας

Ο Ισθμός, το στενό αυτό κομμάτι γης, που ενώνει τη Στερεά Ελλάδα με την Πελοπόννησο, αποτέλεσε, από την αρχαιότητα, μείζον ζήτημα για τους κατοίκους της Κορίνθου, αφού χώριζε το Σαρωνικό από τον Κορινθιακό κόλπο -και κατ' επέκταση το Αιγαίο από το Ιόνιο πέλαγος- και καθιστούσε τη μετάβαση από τη μία θάλασσα στην άλλη επικίνδυνη, κουραστική και χρονοβόρα. Έτσι, λοιπόν, στους χρόνους του Περίανδρου κατασκευάστηκε ο δίολκος, ένας δρόμος λιθόστρωτος, από την παραλία του Σχοινούντα (Καλαμάκι) έως του δυτικού πέρατος του καναλιού. Ο δρόμος αυτός, ο οποίος κατά ένα μεγάλο μέρος αποκαλύφθηκε από τη σκαπάνη του Νικ. Βερδελή, δεν είχε χαραχτεί σε ευθεία γραμμή, με σκοπό να αποφευχθούν οι απότομες ανηφοριές και κατηφοριές, έχει πλάτος 3,5 - 5 μέτρα και είναι στρωμένος με κανονικούς, πώρινους κυβόλιθους. Δεξιά και αριστερά φαίνεται πως είχαν ισοπεδωθεί χωματόδρομοι, χρήσιμοι επίσης στο έργο της μεταφοράς των σκαφών. Στη μέση του λίθινου καταστρώματος υπάρχουν δυο βαθιές παράλληλες αυλακιές, που απέχουν 1,50 μέτρα η μία από την άλλη. Στις αυλακιές αυτές κινούνταν οι τροχοί μιας, μεγάλου μήκους, κατασκευής, η οποία έφερε πάνω της το σκάφος και η οποία ονομαζόταν ολκός. Η, πολύ κουραστική, αυτή διαδικασία χρησιμοποιούταν μόνο για ελαφρά πλοία και κυρίως πολεμικά, όταν ήταν πραγματικά ανάγκη να βρεθούν γρήγορα από τη μία θάλασσα στην άλλη.
Υπολείμματα υστερομυκηναϊκού τείχους, ή κατά άλλους ερευνητές αναλημματικού τοίχου, βρίσκονται σήμερα κοντά στο χώρο της αρχαίας Ισθμίας. Πρόκειται για ένα τείχος ακανόνιστου σχήματος, κατασκευασμένο με ογκόλιθους και εσωτερικό παραγέμισμα από μικρές πέτρες και χώματα (πάχους από 2 έως 3.5 μέτρα). Η χρονολογία κατασκευής του προσδιορίζεται στον 12ο π.Χ. αιώνα.
Στην περιοχή της αρχαίας Ισθμίας τα πλέον αξιοθέατα είναι το θέατρο και το στάδιο. Στα 1883 έγινε η πρώτη συστηματική αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή, από τη Γαλλική αρχαιολογική Σχολή των Αθηνών. Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή απέτυχε να προσδιορίσει τους δύο κύριους ναούς του ιερού: του Ποσειδώνα και του Παλαίμονα. Τη σωστή τους θέση ανακάλυψε στα 1952 ο καθηγητής Oscar Broneer, στις ανασκαφές της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής. Τα πορίσματα δημοσιεύτηκαν έναν χρόνο αργότερα και σε γενικές γραμμές είναι τα εξής: Το τέμενος του Ισθμίου Ποσειδώνα, όπως φαίνεται από αναθήματα, υπήρχε κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα. Κατά τα μέσα του ίδιου αιώνα ιδρύθηκε ο αρχαϊκός ναός, ο οποίος καταστράφηκε από φωτιά στις αρχές του 5ου αιώνα. Ξαναχτίστηκε ως δωρικός περίπτερος με τοπικό πωρόλιθο, είχε πτερό 6Χ13 κιόνων και διαστάσεις του στυλοβάτη περίπου 54Χ23 μέτρων. Καταστράφηκε, όμως, μετά από 70 χρόνια την άνοιξη του 390 π.Χ., επισκευάστηκε και συνέχισε να ακμάζει ως το 146 π.Χ., οπότε ο Μόμμιος κατέστρεψε ολοσχερώς την Κόρινθο. Μετά το 44 π.Χ., με τον επανοικισμό της Κορίνθου, ο ναός ανοικοδομήθηκε, ενώ τον 2 μ.Χ. αιώνα πιστεύεται πως έγινε ο τελευταίος πιο ευρύχωρος περίβολος με τις στοές και πρόπυλο παρά τη ΝΑ γωνία.
Από το θέατρο της αρχαίας Ισθμίας δε σώζονται παρά ελάχιστα λείψανα, διότι ήταν το πλησιέστερο από τα χτίσματα προς το μεσαιωνικό οχυρό και κυριολεκτικά ξεθεμελιώθηκε για να προμηθεύσει οικοδομικό υλικό στο οχυρό. Έχουν βρεθεί θεμέλια της σκηνής και του κοίλου, μερικά από τα θεμέλια της δυτικής παρόδου, η θεμελίωση του προσκηνίου και μερικοί λίθοι από τη θεμελίωση δύο βάθρων μεγάλων πλαστικών εικόνων.
Το Παλαιμόνιο, ο ναός δηλαδή που ήταν αφιερωμένος στη θαλασσινή θεότητα με το όνομα Παλαίμονας, ρωμαϊκής εποχής, ανασκάφηκε από τον O. Broneer. Έχει προσανατολισμό ίδιο με αυτόν του ναού του Ποσειδώνα, το κρηπίδωμά του έχει μήκος 8,30 μέτρα και πλάτος 7,70 και ύψος 1,85 μέτρα. Ο ναός είχε ιδιαίτερο περίβολο, ενώ στα ανατολικά του σημειώνονται τρεις λάκκοι θυσιών.
Το στάδιο της Ισθμίας, ήταν γνωστό και προ των ανασκαφών, πως βρισκόταν 300 μέτρα περίπου ΝΑ του ιερού του Ποσειδώνα. Στην ΝΑ γωνία, όμως, του ιερού ανακαλύφθηκε η αφετηρία του αρχαιότερου σταδίου, όπου διακρίνονται τα ίχνη 16 συνολικά βαλβίδων εκκίνησης. Το νεότερο στάδιο διαμορφώθηκε σε φυσική κοιλότητα και το μήκος του ήταν περίπου 181,15 μέτρα.